https://www.youtube.com/watch?v=W-zmtmgswHw" />https://www.youtube.com/watch?v=W-zmtmgswHw">
 
Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
123743 Τραγούδια, 262095 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

 25/02/2022
 https://www.youtube.com/watch?v=W-zmtmgswHw
 
Αγαπητό μου Ημερολόγιο,

Παραδέξου το. Όταν σου είπα σύντομα δεν πίστεψες καθόλου ότι θα είναι τόσο σύντομα.
Έτσι είμαι εγώ άμα θέλω. Όλο εκπλήξεις.


Ιστορίες από την άγρια δύση - Γνωριμία με τον Χρήστο

Ήταν ένα βροχερό πρωινό στην αρχή του πρώτου εξαμήνου. Περπατούσα προς τη σχολή για μάθημα (τότε που ακόμα πατούσα το πόδι μου στις θεωρίες) και κάπνιζα ένα τσιγάρο, όταν πέρασε ο Χρήστος με το ιστορικό του Lada που έμοιαζε να είναι βγαλμένο από ταινία της δεκαετίας του ’80. Με είδε κι αμέσως κατέβασε το παράθυρο.

-«Τι λέει; Πας στη σχολή;»
-«Γεια. Ναι»
-«Κι εμείς, μπες μέσα»
-«Όχι δεν πειράζει, θα περπατήσω»
-«Μπες ρε μαλάκα μέσα που κάθεσαι και βρέχεσαι» μου είπε με σχεδόν άγριο ύφος και με το χαρακτηριστικό γρέζι στη φωνή του.

Μέχρι τότε δεν είχα κάνει καμιά παρέα της προκοπής. Συναναστρεφόμουν κυρίως με τον Νίκο κι άλλα δυο-τρία άτομα, οι οποίοι όμως δεν μου ταίριαζαν και βαριόμουν αρκετά όταν βρισκόμουν μαζί τους. Γενικά τον πρώτο καιρό την περνούσα μόνος μου προσπαθώντας να προσαρμοστώ στη νέα πραγματικότητα. Για την ακρίβεια άργησα αρκετά σε σχέση με άλλους να κοινωνικοποιηθώ και εν τέλει να αποκτήσω φίλους (προς το τέλος του δεύτερου εξαμήνου). Στα διαλλείματα των μαθημάτων άραζα στο προαύλιο και άκουγα μουσική με τα ακουστικά μου. Αρκετοί αναρωτιόντουσαν ποιος ήμουν, γιατί καθόμουν μόνος, γιατί δεν μιλούσα σε άνθρωπο. Ο Χρήστος ήταν άτομο που δεν περνούσε απαρατήρητο. Μαλλί που το μάκραινε (λίγους μήνες μετά η εικόνα του θα έπαιρνε την τελική της μορφή, με την κοτσίδα που όλοι αγαπήσαμε), δερμάτινο μπουφάν τίγκα στις κονκάρδες, παντελόνι σωλήνας, μπλούζες με ροκ και μέταλ συγκροτήματα, μαύρες αρβύλες, γενικά μια καλτ φιγούρα που ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα, μιας και ήμασταν μικρή σχολή με λίγους φοιτητές. Πολλοί ήταν αυτοί που τσιμπούσαν από το τσογλανέ ρόδα τσάντα και κοπάνα παρουσιαστικό του, με αποτέλσμα να τον αντιμετωπίζουν επιφυλακτικά ή καχύποπτα, ειδικά όσοι ήταν από επαρχία και δεν είχαν συνηθίσει τέτοια εμφάνιση και τέτοιο attitude. Υπήρχαν μερικές κοπέλες που τον έβλεπαν και φοβόντουσαν, πράγμα πολύ αστείο αν σκεφτεί κανείς ότι στην πορεία αποδείχτηκε ψυχάρα. Δικαιολογημένα λοιπόν τον είχα μπανίσει από την αρχή και μου φαινόταν ωραίος τύπος, αλλά δεν είχαμε ανταλλάξει κουβέντα μέχρι εκείνο το πρωινό.

Άνοιξα την πίσω πόρτα και μπήκα στο Lada για πρώτη φορά. Στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο Λεωνίδας και δίπλα μου μια κοπέλα που δεν θυμάμαι το όνομά της γιατί μετά το πρώτο εξάμηνο πήρε μεταγραφή κι έφυγε σε άλλη σχολή. Το τσιγάρο μου ήταν ακόμα αναμμένο και ρώτησα τον Χρήστο αν ήθελε να το πετάξω. Η διπλανή μου πετάχτηκε αμέσως λες και περίμενε να της δώσω πάσα και εξαπέλυσε το επικό σχόλιο που με κάνει να γελάω ακόμα και σήμερα:

«Γιατί; Μην του χαλάσεις τη μόστρα;»

Πράγματι, τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη μόστρα σε εκείνο το ταλαιπωρημένο αμάξι. Τα πάντα είχαν φθαρεί με τα χρόνια. Ξεχαρβαλωμένα μαραφέτια, σκισμένες ταπετσαρίες, σημάδια από καφέδες και καύτρες. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα μήπως το τσουλούσε με τα πόδια σαν τους Φλίντστοουνς. Συνέχισα να καπνίζω και να παρατηρώ τριγύρω μου το μουσείο με τις τέσσερεις ρόδες. Υπήρχε ένα αρχαίο κασετόφωνο που εκείνη την ώρα έπαιζε το Sweet Leaf με την εξής καταπληκτική πατέντα: Είχε πάρει δύο μικρά ηχεία και τα είχε βιδώσει χαμηλά, αριστερά και δεξιά από το κεντρικό μέρος του αυτοκινήτου, κοντά στον λεβιέ ταχυτήτων. Ο Χρήστος είχε μάθει και απέφευγε να χτυπάει με το γόνατό του το αριστερό ηχείο, οι υπόλοιποι όμως που καθόμασταν συνοδηγοί είχαμε σακατέψει αμέτρητες φορές το δεξί.

-«Α ωραία, ακούμε και Black Sabbath», είπα ενθουσιασμένος.
-«Ε βέβαια», απάντησε χαμογελώντας με καμάρι.

Η διαδρομή ήταν μικρή (όπως άλλωστε όλες οι διαδρομές μέσα σε μια κωμόπολη) και σε πέντε λεπτά είχαμε σχεδόν φτάσει. Καθώς στρίβαμε στον δρόμο που βρισκόταν η σχολή, είδαμε ένα αμάξι να έρχεται καταπάνω μας και στο τσακ προλάβαμε τη μετωπική. Ευτυχώς για τον άλλον δηλαδή, θα τράκαρε με μια μάζα από σίδερα που δεν καταλάβαιναν τίποτα. Ο Χρήστος άρχισε να φωνάζει στον οδηγό ότι πήγαινε ανάποδα αλλά εκείνος επέμενε ότι εμείς είχαμε απαγορευτικό και δεν έπρεπε να στρίψουμε. Κάναμε όπισθεν και διαπιστώσαμε ότι όντως υπήρχε απαγορευτική πινακίδα την οποία ο Χρήστος δεν είδε καν γιατί ήταν σίγουρος ότι επιτρεπόταν να στρίψει.

-«Θα τρελαθούμε τώρα; Χθες και προχθές ήρθαμε από εδώ, δεν υπήρχε αυτή η πινακίδα»

Οι άλλοι δύο άρχισαν να τον δουλεύουν ότι δεν είχε παρατηρήσει την πινακίδα ούτε τις προηγούμενες μέρες, μα ο Χρήστος επέμενε σθεναρά πως είχαν λάθος και πως είχε δει κι άλλα αμάξια να στρίβουν. Δεν έχω ιδέα ποια ήταν η αλήθεια και ποιος είχε δίκιο. Το άφησα πίσω μου να αιωρείται σαν την αύρα ενός μυστηρίου που θέλει να παραμείνει μυστήριο. Ομολογώ όμως πως τη στιγμή που πήγαμε να τρακάρουμε σκέφτηκα μέσα μου «Πού μπήκα ρε πούστη μου; Θα μας σκοτώσει ο τύπος».


Αυτή λοιπόν ήταν η γνωριμία μου με τον Χρήστο. Τίποτα το συγκλονιστικό όπως σου είπα και την προηγούμενη φορά. Για μένα όμως έχει πλάκα να βλέπω τις βελονιές στο εταμίν του χρόνου γνωρίζοντας πια αυτές που ακολούθησαν και κέντησαν μία καλή φιλία. Όχι, δεν γίναμε αμέσως φίλοι, δεν ξεκινήσαμε καν παρέα. Ο ίδιος ανήκε σε μια παρέα που είχε σχηματιστεί από καμιά δεκαριά πούτσες και όποτε τους παρακολουθούσα να κάνουν και να λένε μαλακίες, παραδεχόμουν ότι ήταν τόσο βλαμμένοι που ανυπομονούσα να γίνω μέρος της. Κάθε πράγμα στον καιρό του όμως. Δεν ήθελα να πιέσω καταστάσεις, ούτε να είμαι τσιμπούρι. Σιγά σιγά άρχισα να τους γνωρίζω και κάποιες φορές έτυχε να αράξουμε μαζί στις καφετέριες που πηγαίναμε μπούγιο οι φοιτητές, αλλά μέχρι εκεί. Δεν είναι ότι με καλούσαν μαζί τους όταν έβγαιναν ή όταν μαζευόντουσαν σε κάποιο σπίτι. Γιατί να το κάνουν άλλωστε; Όταν έχεις φτιάξει μία παρέα με τόσα άτομα, υποθέτω πως δεν έχεις στο μυαλό σου να φέρεις άλλο ένα, ειδικά έναν τύπο που κάθεται μόνος του και δεν μιλάει. Ώστόσο, σταδιακά θα γινόμουν κι εγώ κομμάτι της, κάτι που το χρωστάω στον Χρήστο όπως θα δεις αμέσως. Λένε ότι τα ράσα δεν κάνουν τον παπά και ότι δεν πρέπει να κρίνουμε από την εξωτερική εμφάνιση. Αυτό κάποιες φορές είναι αλήθεια, αλλά ο Χρήστος δεν κρυβόταν ιδιαίτερα. Άφηνε τα ράσα του να μαρτυρούν ότι είναι παπάς, ή μάλλον ότι… κάπνιζε τον παπά. Σε εκείνη την ηλικία είχα μόνο μία ολιγόμηνη και περιστασιακή σχέση με το χόρτο, γνώριζα όμως ότι ήθελα να είναι το πρώτο άτομο από τη σχολή που θα την έπινα μαζί του. Δεν έχει σημασία που τελικά δεν ήταν αυτός πρώτος (ο Μήτσος ήταν, θα τα πούμε) γιατί στην πορεία θα κόβαμε παρέα πολλά τετραγωνικά χαρτιών και εισιτηρίων για να τα κάνουμε τζιβάνες. Αρκετά γρήγορα μάθαμε ποιοι από μας την έπιναν (σχεδόν όλοι) και ποιοι όχι, αλλά ακόμα δεν είχαμε γνωριμίες με τους ντόπιους για να γίνουμε, οπότε η μόνη περίπτωση ήταν να φέρει κάποιος από τον τόπο του. Στα μέσα του δεύτερου εξαμήνου έφερα από την Αθήνα λίγη σοκολάτα και ήπια αρχικά με τον Μήτσο και μετά με τον Σπύρο και τον Στάθη. Παρότι δεν πρόλαβα να κεράσω τον Χρήστο από τη σοκολάτα, λίγο καιρό αργότερα που βρήκαν την πρώτη τους άκρη και ψώνισαν κάμποση φούντα, ήταν ο μόνος που με σκέφτηκε και είπε στους άλλους ότι θα με έπαιρνε τηλέφωνο. Έβλεπα ταινία στον υπολογιστή, περασμένα μεσάνυχτα, όταν χτύπησε το κινητό μου και απόρησα τι μπορούσε να με ήθελε.

-«Ναι;»
-«Έλα ρε τι λέει; Να σου πω. Το ‘χουμε», είπε ψιθυριστά με συνωμοτικό ύφος.
-«Τι έχετε;»
-«Ξέρεις τώρα. Θες να έρθεις; Είμαστε σπίτι του Σπύρου»
-«Έρχομαι!» απάντησα κι έφυγα βιαστικά.

Δεκαοχτώ χρόνια μετά (ΠΟΣΑ;;;) είμαστε ακόμα φίλοι αν και δεν βλεπόμαστε τόσο συχνά πλέον, μολονότι μένουμε και οι δύο Αθήνα. Όταν βρισκόμαστε όμως, η μαλακία που μας ένωσε και μας έκανε να ζήσουμε μαζί τόσα σκηνικά, κάνει αυτόματα την εμφάνισή της και είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Για να είμαι ειλικρινής και δίκαιος, συμβαίνει με όλα τα παιδιά της παρέας, απλά με τον Χρήστο πέρασα αδιαμφησβήτητα τον περισσότερο χρόνο και πάντα ήμασταν πιο κοντά σαν ψυχοσύνθεση, οπότε το αίσθημα αυτό είναι εντονότερο.

Υ.Γ. Λίγα χρόνια μετά (3ο ή 4ο έτος) ο Χρήστος πήρε καινούργιο αυτοκίνητο και το Lada έγινε παλιοσίδερα. Ήμασταν μαζεμένοι στο προαύλιο της σχολής όταν μας το είπε. Πιάσαμε τα χέρια και κρατήσαμε ενός λεπτού σιγή για το θρυλικό αμάξι που είχε φιλοξενήσει την απέραντη καφρίλα μας (θα πούμε και για αυτό), ενώ οι υπόλοιποι φοιτητές μας κοίταζαν σαν ηλίθιους.



 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 1
      Στα αγαπημένα: 0
 
   

 Ταξινόμηση 
       Συλλογή
      Ιστορίες από την άγρια δύση
      Κατηγορίες
      Αναμνήσεις & Βιώματα,Πρόσωπα
      Ομάδα
      
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

 
liontari73
25-02-2022 @ 18:28
το απόλαυσα μέχρι την τελευταία γουλιά!!!!!!!!!!!!!!!!!

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο