Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
123539 Τραγούδια, 261453 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

 Το ξωκλήσι
 Καλό βράδυ σε όλες και σε όλους. Από έναν αυγουστιάτικο περίπατο...
 
Μισοκρυμμένο, χαμαδό ξωκλήσι, στα μεράδια,
με τοίχια γαλατιά, μέσα στης φυλλωσιάς μαγνάδια,
με σκέπη παλιακή, τα καιρικά που υπομένει,
σ’ απάντησα μες στην ερμιά, μια μέρα λαβρισμένη...

Τριγύρω, στο περιάβλι σου, γλυφάδα ξεραμένη,
πάν' απ' την πορτοπούλα σου, σκασμάδα ανοιγμένη,
και μέσα στην αστράχα σου, σφηκοφωλιά στημένη,
απ’ τα μελισσογέρακα, πιδέξια φυλαγμένη.

Μου φαίνεται ανάριωσαν, παλιά, γύρω σου, δέντρα,
τόπο, στα νια, θα έκανε, του χρόνου η βουκέντρα…
Μα, ίσως, να τα γκρέμισαν, άσεβοι ξυλοκόποι,
αφού, πρώτα, στο θώρι σου, αρχίσαν σταυροκόπι...

Πάνω εκεί στο πλάτωμα, οπού σε ριζωμένο,
μοιάζεις, ωσάν αθύμητο, ωσάν απαριασμένο,
σε μια κουβέντα μ' άγιο, που του 'σαι αφιερωμένο,
σ' αθιβολή με το Θεό, μοιάζεις παρατημένο.

Κλειδί δεν βρίσκω για να μπω, ν’ ανάψω σου καντήλι,
και στρώνουμαι ανήμπορος, σ' απόξερο αρβίλι,
μα, τι κι αν στέκουμαι εκεί, ο νους σεργιάνι βγαίνει,
απ' άνοιξες αλλοτινές, ανάμνησες υφαίνει…

Πάει κει στα μαγιάπριλα, οπού μαγίστρα φύση,
δούλεβε, σπίθες της ζωής κι αρχαρικά, ν' αγνίσει,
της γης το δέρμα, π’ άργαζαν, των χείμωνων τα μίση,
και λιβαδιές, τριγύρω σου, να τις ανθοστολίσει.

Πετά σε μέρες γιορτερές, του αγιοκαβαλάρη,
που, τα δρακόντια, τα χαλά, με λύτρωσης κοντάρι,
και λεφτερώνει τα νερά, ως ήλιος μαγιοκλώστης,
από του πάγου τα δεσμά, των χαψιλών ο σώστης…

Στις μέρες που με σκολιανά, η φαμελιά ντυμένη,
έφτανε να λειτουργηθεί, παντούθε συναγμένη,
στιμάροντας περίσταση, κι αργώντας του καμάτου,
τι, κύρης μας καλόσεβος, γιόρταζε τ' όνομά του…

Κι άλλοι πολλοί των χωριανών, μ' αγάπη, με ομόνοια,
π' αλλάζαν στ' αβλιδάκι σου, εφκές για πολυχρόνια,
μ' αντίδωρο, μ' αγιόψωμο, με ύψωση, στα χέρια,
κι ένα δοχιό με αγιασμό, για διάσκατζου χουνέρια…

Μα, οι ζωές είναι πηγές, μ' ιδιότη να λιγαίνουν,
παστέλα είν’, που κάποτες, τα ρέγκια τους φυραίνουν,
και σβήνουν, κι αφανίζονται, σε κράι, σκοτεινάγρα,
θιβόλια, μένουν, μόν', αχνά, κι οργυάκια μες στην πάγρα.

Σβήσαν, λοιπόν, κι οι άρχινοί, και οι μαγιές χαθήκαν,
και για τα σε, τα πόδια μας, τον δρόμο δεν τον βρήκαν…
Αντίς, μες στην αγκάλη σου, γιορτή σου να μας στείλει,
μας στέλνει στα κιβούρια τους, ν' ανάψουμε καντήλι.

Δεν ξέρω, αν είν' στοίχιωμα, από μνήμες που σφύζουν,
που κάνει, όταν σε κοιτώ, μάτια μου να δακρύζουν…
Μα, σίγουρα, αν έφτασα, εδώ, μ' αργό μου βήμα,
ήταν για να βρω ζήσης μου, σκαιά κομμένο νήμα…

Σ' αυτά τα, πικροστόχαστα, ο νους μου ανατρέχει,
μα, βήμα κάποιο, πίσω μου, του λέει να προσέχει...
Το παληκάρι που 'ρχεται, και λέει "έ, πατέρα",
σε αδερφού σ' αβλόπετρα, θα κάτσει, κάποια μέρα...


 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 2
      Στα αγαπημένα: 0
 
   

 Ταξινόμηση 
       Κατηγορίες
      Συναισθήματα - Εικόνες,Αναμνήσεις & Βιώματα
      Ομάδα
      
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

 
aridaios
10-12-2021 @ 03:18
::blush.:: ::blush.::
-Ειρήνη-
11-12-2021 @ 10:06
Όμορφες περιγραφές του ξωκλησιού, του παρελθόντος και του παρόντος σε μια αλληλουχία αναμνήσεων, συνειρμών και σκέψεων. Αυτά τα παλιά μικρά εκκλησάκια αν μιλούσαν πόσες ιστορίες θα είχαν να διηγηθούν...

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο