https://www.youtube.com/watch?v=ZeMlQEWEg2Q" />https://www.youtube.com/watch?v=ZeMlQEWEg2Q">
 
Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
123719 Τραγούδια, 262014 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

 08/08/2020 (6 χρόνια)
 https://www.youtube.com/watch?v=ZeMlQEWEg2Q
 
Αγαπητό μου Ημερολόγιο,

Έγινες 6 χρονών! Χρόνια πολλά!
Ορίστε και το δώρο σου:

[B][align=center]Black_Forest και soutzoukakia_smyrneika
Μέρος 23[/align][/B]

31 Αυγούστου 2005

Ξύπνησα με έναν έντονο πονοκέφαλο που με ταλαιπωρούσε μέχρι το απόγευμα. Είχα κοιμηθεί μονάχα τρεις ώρες, εξαιτίας σκέψεων και συναισθημάτων που ήταν αδύνατο να κουμαντάρω. Ντύθηκα αμέσως και πήγα σπίτι, κάνοντας πρώτα μια στάση για να πάρω καφέ. Κούμπωσα δύο ντεπόν και κάθισα να παίξω στον υπολογιστή λίγο Grand Theft Auto ώστε να κρατήσω το μυαλό μου απασχολημένο. Είχε φτάσει μεσημέρι όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

-«Γεια σου σουτζουκάκι. Ξύπνησες;»
-«Ώρα τώρα. Είμαι ήδη σπίτι μου»
-«Α οκ. Πώς κοιμήθηκες;»
-«Έτσι κι έτσι. Εσύ;»
-«Κι εγώ μια απ’ τα ίδια. Είχα ένα πλάκωμα στο στήθος. Δηλαδή... ακόμα το έχω...»
-«Έλα, μην πέφτουμε. Τα είπαμε αυτά. Δεν θα το αφήσουνε να μας χαλάσει»
-«Το ξέρω σουτζουκάκι μου, προσπαθώ»
-«Λοιπόν. Σκέφτηκα τι θα κάνουμε το βράδυ»
-«Τι;»
-«Θα επιστρέψουμε στον τόπο του εγκλήματος. Εκεί που ξεκίνησαν όλα»
-«Στο Θησείο;»
-«Χμμμ όχι ακριβώς. Έχεις άλλη μια ευκαιρία»
-«Στο μαγαζί στο Παγκράτι τότε»
-«Α γεια σου. Τι θα έλεγες να πάμε με ταξί ώστε να έχουμε την άνεση να πιούμε τον κώλο μας και να ξεχάσουμε ότι είναι η τελευταία μας νύχτα;»
-«Αρχικά θα έλεγα μπράβο για την ιδέα με το ταξί! Με εκπλήσσεις»
-«Είδες; Κάτι έμαθα από σένα»
-«Αλήθεια; Νιώθω περήφανη! Να το καθιερώσεις. Καλύτερα μερικά ευρώ στον ταξιτζή και να είσαι ήσυχος, παρά να κινδυνεύσεις εσύ ή κάποιος άλλος στον δρόμο σου. Θα έλεγα επίσης ότι δεν συμφωνώ με τη λογική “πίνω τον κώλο μου για να ξεχάσω”, αλλά στην προκειμένη περίπτωση θα κάνω μια εξαίρεση»
-«Τέλεια. Θες να βρεθούμε κατευθείαν εκεί κατά τις δέκα;»
-«Ναι δεν έχω πρόβλημα. Νόμιζα ότι θα ήθελες να έρθεις απ’ το σπίτι πρώτα για... ξέρεις...»
-«Θα σου πω κάτι αλλά μην το πάρεις στραβά. Προτιμώ να μην το κάνουμε γνωρίζοντας πως δεν θα υπάρξει επόμενη φορά. Το φαντάζεσαι; Θα είναι ένα σεξ γεμάτο θλίψη. Σαν τελευταία επιθυμία θανατοποινίτη. Δεν χρειάζεται να το περάσουμε αυτό. Και ξέρεις κάτι; Το σεξ μαζί σου ήταν μοναδική εμπειρία και θα το θυμάμαι για πάντα, υπάρχουν όμως πολύ πιο σημαντικά πράγματα που θα μου μείνουν από σένα. Αυτά τα πράγματα είναι που θέλω να ευχαριστηθώ σήμερα»
-«Σουτζουκάκι μου δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο πολύ με ανακούφισες με αυτό που είπες. Το ίδιο ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ, αλλά φοβόμουν να στο πω μήπως και ξενερώσεις»
-«Κακώς φοβόσουν. Οπότε τα λέμε το βράδυ, ναι;»
«Δέκα - Δέκα και κάτι θα είμαι εκεί»
«Ωραία. Φιλάκια πολλά»
«Φιλάκια» 

Έφτασα με ταξί πρώτος στο μαγαζί, κάθισα στη μπάρα και παρήγγειλα μια βότκα όσο την περίμενα. Στο πόστο του μπάρμαν ήταν πάλι εκείνος ο τύπος που είχε διώξει τον μαλάκα με το αψυχολόγητο πέσιμο στη Black Forest και το μπουκέτο στο μάτι μου. Με αναγνώρισε και με ρώτησε τι κάνω. Μετά από λίγα λεπτά την είδα να μπαίνει μέσα και μου κόπηκε η ανάσα λες και την αντίκρυζα για πρώτη φορά. Ντυμένη λιτά με ένα τζιν κι ένα t-shirt, μα τόσο όμορφη που δεν μπορούσα να πιστέψω ότι από όλους τους παρευρισκόμενους, ήμουν εγώ το ραντεβού της. Τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι συνήθως και το πρόσωπό της ελαφρά μακιγιαρισμένο, ενώ στ’ αυτιά φορούσε δύο άσπρες πέρλες. Με φίλησε και κάθισε δίπλα μου.

-«Συγνώμη που άργησα. Με καθυστέρησε ο μικρός μου αδερφός με τις φοβερές ιδέες του. Με έβαλε να του ζωγραφίσω κάτι για να το στείλει σε μία κοπελίτσα που γνώρισε στην Πορτογαλία»
-«Δεν άργησες, όλα καλά. Παίχτης ο μικρός από τώρα ε;»
-«Ναι το βλαμμένο. Κάθε δύο μήνες του αρέσει και άλλη»
-«Θα πάει μπροστά αυτό το παιδί»
-«Έχεις πάρει ποτό ε; Κάτσε να παραγγείλω κι εγώ»

Στην αρχή ήμασταν κάπως μαγκωμένοι και κρυβόμασταν πίσω απ’ το δάχτυλό μας, κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων, αποφεύγοντας έτσι να αναφερθούμε σε αυτό που μας έτρωγε. Ότι διανύαμε τις τελευταίες μας ώρες μαζί. Στο δεύτερο ποτό έσπασε απότομα τον πάγο, ρωτώντας:

-«Λοιπόν σουτζουκάκι; Τι γίνεται από εδώ και πέρα; Πιστεύεις θα κρατήσουμε οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας; Ή μάλλον, θέλεις;»

Την απάντηση που έδωσα την είχα ήδη σκεφτεί το προηγούμενο βράδυ όσο δεν με έπαιρνε ο ύπνος:

-«Θέλω και δεν θέλω. Θεωρώ πως για λίγο καιρό θα ήταν πιο σωστό να μην έχουμε επικοινωνία. Θα μας κάνει καλό νομίζω. Αποκλείεται να αντέξω να μιλάμε στο τηλέφωνο ή στο ίντερνετ και να ξέρω πως είσαι στην άλλη άκρη της Ευρώπης. Θα δαγκώσω τα καλώδια. Άσε που θα δίνεις μαθήματα και πρέπει να συγκεντρωθείς. Ας μη σου καταστρέψω την εξεταστική μετά από τόσο διάβασμα»

-«Κι εσύ έχεις εξεταστική»
-«Λεπτομέρειες. Απ’ τη άλλη όμως, σίγουρα κάποια στιγμή θα θελήσω να σε ακούσω, να μάθω έστω τι κάνεις»
-«Εντάξει, είναι πολύ κατανοητά αυτά που λες. Κι εγώ θα προτιμούσα να μην έχω αντιπερισπασμούς τον πρώτο καιρό. Όσο κι αν θα καίγομαι να ακούσω το σουτζουκάκι. Αργότερα βλέπουμε. Όπως έρθουν»
-«Ναι, μ’ αρέσει αυτό. Όπως έρθουν...»
-«Στο μεταξύ παίζει να βρεις κανένα γκομενάκι εκεί στη σχολή και να με διαγράψεις από τη μνήμη σου»
-«Έλεος! Μην ακούω μαλακίες»
-«Γιατί αποκλείεται;»
-«Να βρω γκομενάκι, όχι, δεν αποκλείεται. Ουρά κάνουν. Αλλά να σε διαγράψω απ’ τη μνήμη μου… λυπάμαι… τώρα είναι αργά. Έχεις χαραχτεί εσαεί»
-«Μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται»
-«Γάτα στο σακί, ποντικούς δεν πιάνει»
-«Αυτό που κολλάει;»
-«Πουθενά. Νόμιζα πως πιάσαμε τις παροιμίες»
-«Άντε ρε χαζό που με κοροϊδεύεις κιόλας»

Η ώρα κυλούσε και με τη συνεισφορά του αλκοόλ αποβάλαμε την αρχική αμηχανία που υπήρχε. Γελώντας με ένα σωρό βλακείες και πειράγματα, καβαλήσαμε τη νύχτα σαν σανίδα του σερφ και δαμάσαμε τα κύματά της με περίσσεια άνεση. O Bon Jovi και το «You give love a bad name» ξεχύθηκε από τα ηχεία, με τη Black Forest να πετάγεται ενθουσιασμένη από το σκαμπό της και να τραγουδάει με στεντόρεια φωνή τους στίχους. Ανήμπορος να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από πάνω της, τη χάζευα γοητευμένος και γεμάτος δέος να λικνίζεται στον ρυθμό του τραγουδιού.

-«Τι συμβαίνει; Γιατί με κοιτάς παράξενα;»
-«Θαυμάζω την τελειότητα»
-«Δεν κουράστηκες με τις γαλιφιές; Λοιπόν... Θέλω να μου πεις κάτι που δεν γουστάρεις σε μένα. Όχι εξωτερικά, στον χαρακτήρα μου»
-«Πλάκα κάνεις; Νομίζεις ότι υπάρχει κάτι που δεν γουστάρω;»
-«Δεν κάνω καθόλου πλάκα. Κάτι θα σου τη σπάει, έστω και λίγο»
-«Μμμμ... κοίτα... θα σου πω κάτι το οποίο δεν μου τη σπάει ακριβώς, απλά δεν μπορώ να το καταλάβω γιατί είμαστε διαφορετικοί»
-«Ακούω»
-«Αυτή η εμμονή που έχεις με το διάβασμα, τα πτυχία, τους επαγγελματικούς στόχους. Είσαι διατεθειμένη να παρατήσεις τη χώρα σου, την οικογένειά σου, τους φίλους σου. Δικαίωμά σου βέβαια και μάλιστα μου έχεις εξηγήσει τους λόγους, αλλά για μένα είναι εντελώς έξω απ’ τα νερά μου.
-«Οκ, δεκτό. Είναι πολλοί που δεν μπορούν να το καταλάβουν. Να σου πω έναν ακόμα λόγο; Ίσως όλο αυτό να οφείλεται και στον πατέρα μου. Έτσι είδα, έτσι έμαθα. Ήρθε στην Ελλάδα και δούλεψε σαν το σκυλί μέχρι που κατάφερε να ανοίξει δική του εταιρεία. Χάρη στην εργατικότητα και το πείσμα του έφτασε ψηλά και μεγάλωσε τέσσερα παιδιά χωρίς να μας λείψει τίποτα»

Αφού σχολίασα από μέσα μου «Ας μην ήταν στη CIA θα σου ΄λεγα εγώ», αντέστρεψα την ερώτησή της ζητώντας να μου πει κι αυτή κάτι που δεν της άρεσε σε εμένα.

-«Μιλώντας με επιφύλαξη επειδή σε ξέρω πολύ λίγο διάστημα, έχω συμπεράνει ότι είσαι των άκρων. Ή όλα ή τίποτα. Βλέπεις τα πράγματα άσπρα ή μαύρα και είναι κρίμα για τον εαυτό σου. Πρέπει να βρεις την ισορροπία μέσα σου, διαφορετικά θα τυραννιέσαι από σκαμπανεβάσματα της ψυχολογίας σου. Επίσης έχω παρατηρήσει ότι είσαι απογοητευμένος από τον κόσμο γενικότερα. Και είσαι πολύ μικρός ακόμα, δεν γίνεται να απογοητεύεσαι και να μεμψιμοιρείς από τώρα. Εξάλλου δεν σου λείπει τίποτα. Έχεις μυαλό, έχεις αντίληψη, έχεις προσωπικότητα, αυτά είναι ολοφάνερα. Εκμεταλλεύσου τις αρετές σου και θα τη βρεις την άκρη. Κάνω λάθος;»
-«Μάλλον όχι...»
-«Έτσι μπράβο. Θα πιούμε τίποτα;»

Το τρίτο ποτό μας βρήκε να ξεδίνουμε με ανελέητο headbanging υπό τη μουσική των Motorhead. Η ώρα είχε πάει μία μετά τα μεσάνυχτα και η ουροδόχος μπουκάλα μου κόντευε να υπερβεί τη μέγιστη χωρητικότητά της.
-«Πάω τουαλέτα», της είπα κι αμέσως μου έπιασε το πρόσωπο και μου έδωσε ένα παθιασμένο φιλί που κράτησε παραπάνω απ’ όσο περίμενα.
-«Θα μου λείψεις», απάντησε με ένα γλυκό χαμόγελο το οποίο έφερε στην επιφάνεια τα εξαίσια λακάκια στα μάγουλά της.
-«Καλά δεν πάω στον πόλεμο», αστειεύτηκα καθώς απομακρυνόμουνα.

Έβγαλα τόσο πολύ κάτουρο που δεν έλεγε να σταματήσει. Αφού τελικά ελευθέρωσα εντελώς τον χώρο ώστε να υποδεχτεί επιπλέον αλκοόλ, έπλυνα τα χέρια μου κοιτάζοντας τη φάτσα μου στον καθρέφτη. Είχα αρχίσει να την ακούω κάπως, με αποτέλεσμα να δυσκολεύομαι να εστιάσω καλά στο είδωλό μου. «Δε γαμιέται; Και πάλι κουκλάκι είμαι», μουρμούρισα και ίσωσα τη ζώνη του παντελονιού μου. Επέστρεψα στη μπάρα και κάθισα στο σκαμπό ενώ η θέση της ήταν άδεια. Πριν προλάβω να υποθέσω ότι είχε πάει κι εκείνη για κατούρημα, ο μπάρμαν άφησε μπροστά μου μία μικρή χάρτινη σακούλα και μου είπε:

-«Φίλε δεν ξέρω τι συνέβη, αλλά η κοπελιά έφυγε βουρκωμένη και μου έδωσε αυτό για σένα»

Αμέσως νόμισα πως κάτι είχα ακούσει λάθος και τον κοίταξα μπερδεμένος.

-«Ε; Ποια κοπελιά;»
-«Η δική σου, ποια άλλη;»
-«Τι εννοείς; Δεν είναι τουαλέτα;»
-«Όχι, βγήκε έξω, έφυγε. Σηκώθηκες να πας μέσα και στα καπάκια έρχεται και μου λέει «Συγνώμη, να σου πω κάτι γρήγορα γιατί είναι επείγον;». Έβγαλε από την τσάντα της αυτή τη σακούλα και μου ζήτησε να στη δώσω όταν γυρίσεις. Στο μεταξύ άρχισε να βουρκώνει και φαινόταν ταραγμένη. Μου πλήρωσε το λογαριασμό συν το επόμενο που θα πιείς και μετά έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Αυτά. Όποτε θες ποτό μου λες»

-«Θα σου πω σε λίγο», ψέλλισα μηχανικά κι έπιασα τη σακούλα στα χέρια μου.

Μέσα βρισκόταν ένας φάκελος που πάνω του έγραφε «Πρώτα διάβασε το περιεχόμενο του φακέλου. Το άλλο άνοιξέ το όταν θα είσαι μόνος σου», καθώς και ένα κουτάκι τυλιγμένο με μια κόκκινη κορδέλα. Άνοιξα τρέμοντας τον φάκελο όσο πιο γρήγορα μπορούσα, ξεδίπλωσα το χαρτί που ήταν μέσα και ξεκίνησα να διαβάζω:

[align=center]---------------------------------------------- [/align]

Καλό και γλυκό μου σουτζουκάκι,

Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε κάποιο ταξί ή τρέχω σαν την τρελή για να βρω ένα. Μην τολμήσεις να βγεις έξω να με ψάξεις, να κάτσεις εκεί που κάθεσαι. Πριν λίγες μέρες σου υποσχέθηκα ότι θα βρω μια λύση για να αποφύγουμε τη δύσκολη ώρα του αποχωρισμού. Ε να λοιπόν που τη βρήκα. Δεν ξέρω αν είναι η κατάλληλη, δεν ξέρω αν είναι υπερβολικά φυγόπονη, οφείλεις όμως να παραδεχτείς ότι εξάλειψα το πρόβλημα. Ελπίζω να μη με μισήσεις για αυτό.
Ο Αύγουστος που πέρασε ήταν από τους πιο όμορφους μήνες της ζωής μου. Δεν περίμενα σε καμία περίπτωση πως θα μου συνέβαινε κάτι τέτοιο όταν ερχόμουν στην Ελλάδα για καλοκαίρι. Πίστευα ότι θα περνούσα ένα βαρετό διάστημα γεμάτο διάβασμα. Τουλάχιστον αυτό ήταν το αρχικό μου πλάνο. Τα πράγματα όμως είχαν το δικό τους σχέδιο κι εγώ ήμουν όμηρός τους. Αρχικά εκείνη η συνάντηση στο Θησείο που παραλίγο να τη χάσω κι έπειτα το βράδυ που με πέτυχες στο μαγαζί στο Παγκράτι, μονομαχούν με την ορθολογιστική μου σκέψη και την επιστημονική μου προσέγγιση, προσπαθώντας να με πείσουν πως τίποτα δεν είναι τυχαίο και πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Το ότι πλησιάζουν στη νίκη με τρομάζει κάπως, μα δεν έχει και πολλή σημασία από τη στιγμή που φεύγω και βάζω στις βαλίτσες μου τις υπέροχες αναμνήσεις που φτιάξαμε μαζί.
Σου εύχομαι από την καρδιά μου τα καλύτερα γιατί σου αξίζουν, ακόμα κι αν δεν το πιστεύεις ο ίδιος. Γιατί μπορεί η κυνική και νιχιλιστική μάσκα που έχεις διαλέξει και φοράς να κάνει τη δουλειά της σε κάποιους, αλλά δεν μπορείς να ξεγελάσεις μία μάγισσα με αρχαία μυστικά και πολύτιμες σοφίες. (δικά σου λόγια, δεν φταίω). Κατά βάθος είσαι ένα γλυκύτατο σουτζουκάκι που όσο κι αν τσαντιζόσουν όταν σε έλεγα έτσι, είμαι βέβαιη πως αυτή τη στιγμή χαμογελάς. Είσαι από τους λίγους ανθρώπους που μου φέρθηκαν τόσο ντόμπρα και δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ακόμα και στα γενέθλια της Δώρας όταν μου την έπεσες μεθυσμένος με μια χαριτωμένη αγαρμποσύνη, είχες τέτοιο σεβασμό και ειλικρίνεια στα μάτια σου, που μου ήταν αδύνατο να αντισταθώ. Μακάρι να κρατήσεις αυτή τη στάση με τις γυναίκες που θα πέσουν στα δίχτυα σου, διότι είναι ένας ακόμα παράγοντας που ξεχωρίζει τους άντρες με αρχίδια από τους αρχίδια άντρες. Θέλω να σου γράψω τόσα πολλά, μα νιώθω πως οι λέξεις δεν αρκούν για να περιγράψω ό,τι αισθάνομαι (κλισέ, μα είναι αλήθεια). Άσε που δεν είμαι καλή σε αυτά. Θες να σου μιλήσω για ομοιόσταση και βλαστοκύτταρα;
Προσπάθησε να μην αφήνεις τα πράγματα να σε παίρνουν από κάτω. Ξέρω ότι δεν είναι πάντα εύκολο. Ειδικά για σένα που είσαι επιρρεπής στη μαυρίλα (χε χε). Μα να θυμάσαι: Όσο σίγουρο είναι ότι θα έρθουν χειρότερες μέρες, άλλο τόσο είναι πως θα έρθουν και καλύτερες. Να παλεύεις με την ψυχή σου για αυτά που θέλεις να καταφέρεις γιατί τίποτα δεν θα σου χτυπήσει από μόνο του την πόρτα. Ζητώ συγνώμη αν τα λόγια μου δεν έχουν ειρμό, αλλά είμαι αρκετά φορτισμένη και κάπου εδώ λέω να σε χαιρετήσω πριν με πάρουν τα ζουμιά. Γεια σου σουτζουκάκι μου. Να προσέχεις τον εαυτό σου. Και που ξέρεις… Ίσως κάπου-κάποτε ανταμώσουμε ξανά. Μέχρι τότε... θα τα λέμε στα όνειρά μας...

Θα σε θυμάμαι με πολλή αγάπη,
Η δική σου...
Black_Forest... Nathalie... ελληνιστί Ναταλία αν προτιμάς.

[align=center]---------------------------------------------- [/align]

Δίπλωσα το χαρτί και το έβαλα πάλι στον φάκελο. Παραδόξως δεν ήμουν λυπημένος. Ήμουν περισσότερο σοκαρισμένος με την αναπάντεχη εξέλιξη της βραδιάς. Πήρα μια βαθιά ανάσα, μονολόγησα «Ώστε έτσι το τελειώνει το παραμύθι. Ας είναι…» και κατέβασα μια μεγάλη γουλιά βότκα. Φυσικά και δεν της θύμωσα. Το σχέδιό της ήταν τόσο σατανικά ενορχηστρωμένο που δεν γινόταν παρά να την παραδεχτώ και να ζηλέψω επειδή δεν το είχα σκεφτεί ο ίδιος. Εξάλλου -κατά κάποιο τρόπο- θυσιάστηκε για μένα. Κουβάλησε μόνη της το βάρος του επώδυνου αντίου, ενώ εγώ άδειαζα την κύστη μου χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα. Ήξερε ότι όταν σηκώθηκα να πάω τουαλέτα ήταν η τελευταία φορά που με έβλεπε. Για αυτό μου έδωσε κι εκείνο το στερνό φιλί. Θα προτιμούσα να γνώριζα; Όχι, καθόλου. Εκείνη όμως γνώριζε και δεν μπορώ να φανταστώ πόσο σκληρό ήταν.
Έβγαλα το κινητό απ’ την τσέπη και της έστειλα το εξής μήνυμα:
«Είναι ο χειρότερος/καλύτερος τρόπος που με έχουν παρατήσει και πιθανόν που θα με παρατήσουν στο μέλλον. Ήταν μεγάλη τιμή που υπήρξες έστω και για λίγο στη ζωή μου. Να είσαι πάντα γερή και ευτυχισμένη. Καλή τύχη όπου κι αν πας, ό,τι κι αν ακολουθήσεις. Μην απαντήσεις σε αυτό το μήνυμα. Εσύ είπες το αντίο σου με το γράμμα. Τώρα ήταν η σειρά μου. Θα σε θυμάμαι κι εγώ με πολλή αγάπη. Το γλυκύτατο σουτζουκάκι σου»
Έκανα νόημα στον μπάρμαν να μου βάλει άλλη μια βότκα κι έστριψα τσιγάρο.
-«Όλα καλά;», με ρώτησε με ενδιαφέρον και μου έβαλε το ποτό.
-«Έφυγε...», αποκρίθηκα λες και τον ένοιαζε.
-«Εντελώς;»
-«Πιο εντελώς δεν γίνεται»
-«Γιατί έτσι;»
-«Έχει να σώσει τον κόσμο»
-«Είναι σούπερ ήρωας;»
-«Μπορείς να το πεις κι έτσι»
-«Και γιατί δεν τον σώζετε παρέα;»
-«Μπα, δεν παίζει αυτό. Αντικρουόμενα συμφέροντα»
-«Δηλαδή; Εσύ θες να τον καταστρέψεις;»
-«Όχι, απλά εγώ δεν πιστεύω ότι αξίζει να σωθεί»
-«Απογοητευμένο σε ακούω»
-«Το ίδιο μου είπε κι εκείνη»
-«Είδες; Κάτι θα ξέρει. Ήσασταν καιρό μαζί;»
-«Ένα μήνα ή μια ζωή. Δεν είμαι σίγουρος»
-«Κατάλαβα. Κρίμα, φαινόσασταν πολύ ταιριαστοί. Τέλος πάντων. Αν θες κάποιον να μιλήσεις εδώ θα είμαι»
Για τις επόμενες δύο ώρες τον πήρα μονότερμα -όσο ήταν εφικτό εν μέσω δουλειάς- και του εξιστόρησα τα πράγματα από την αρχή. Τον έλεγαν Πάνο και ήταν γύρω στα σαράντα. Ωραίος τύπος. Καθόταν με προσοχή και με παρακολουθούσε μισομεθυσμένο να βγάζω τα εσώψυχά μου, δίχως να με απασχολεί το γεγονός ότι τα μοιραζόμουν με έναν άγνωστο. Όταν τελείωσα, γέμισε δύο σφηνάκια, μου πάσαρε το ένα και μου είπε:

-«Φίλε μου είσαι τυχερός που έζησες κάτι τέτοιο. Αυτοί οι έρωτες κρατάνε για πάντα ακόμα κι αν τελειώσουν. Και θα σε πάει ένα βήμα παραπέρα, θα το διαπιστώσεις στην πορεία. Καλή δύναμη κι άσε τον χρόνο να κάνει αυτό που ξέρει καλά. Στην υγειά αυτών που θα ΄ρθουν»
Τσουγκρίσαμε τα σφηνάκια και του ζήτησα συγνώμη για την ακατάσχετη φλυαρία μου.
-«Μη λες βλακείες, αυτή είναι η δουλειά μου. Νομίζεις ότι είμαι εδώ πίσω μόνο για να βάζω ποτά; Ο σωστός ο μπάρμαν εκτελεί χρέη ψυχολόγου και φροντίζει τους θαμώνες του»
-«Πες το ψέματα... Λοιπόν, ώρα να την κάνω»
-«Οδηγείς;»
-«Με ταξί είμαι σήμερα»
-«Α, ευτυχώς. Είσαι κομπλέ; Πώς νιώθεις;»
-«Εντάξει είμαι. Θα επιβιώσω»
-«Αν στο μέλλον σε βγάλει ο δρόμος σου προς τα εδώ, πέρνα να πεις ένα γεια»
-«Σίγουρα θα περάσω. Ευχαριστώ και πάλι. Καλό βράδυ»
-«Καλό βράδυ»

Βγήκα έξω και κοίταξα ψηλά την ταμπέλα του μαγαζιού με σκοπό να δω την ονομασία του, η οποία τόσο καιρό μου διέφευγε. «Ώστε Καθαρτήριο ε; Καθόλου άσχημο», συλλογίστηκα κι αντί να πάρω ταξί ξεκίνησα ασυναίσθητα να περπατάω χαμένος στις σκέψεις μου. Το αντιλήφθηκα έπειτα από κάνα δεκάλεπτο αλλά προτίμησα να συνεχίσω με τα πόδια μέχρι να με εγκατέλειπαν οι δυνάμεις μου. Ξαφνικά θυμήθηκα ότι στη σακούλα βρισκόταν κάτι που δεν είχα ανοίξει ακόμα. Έλυσα βιαστικά την κορδέλα κι αφού αφαίρεσα το καπάκι του κουτιού, αποκαλύφθηκε το μαύρο εσώρουχο που μου είχε δώσει να φορέσω, συνοδευόμενο από ένα καρτελάκι το οποίο έγραφε: «Ένα δωράκι για να με θυμάσαι και για να απαντήσω μια και καλή στο επίμονο ερώτημα που είχες όταν μιλούσαμε στο chat: Μαύρο!». Ένα αυθόρμητο γέλιο ξέφυγε από το στόμα μου κι αστραπιαία ταξίδεψα πίσω στις μέρες όπου καυλάντιζα στο mirc με το ψευδώνυμο soutzoukakia_smyrneika, προσπαθώντας να μάθω τι χρώμα βρακί φορούσε το ανυποψίαστο θύμα Black_Forest. Ποιος να μου το ΄λεγε ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα βαστούσα το βρακί της στο χέρι μου, με τις αναμνήσεις όσων ζήσαμε συντροφιά να πυροδοτούν ένα πρωτόγνωρο ρίγος συγκίνησης. Μερικά δάκρυα χαρμολύπης κύλησαν απ’ τα βλέφαρά μου κι έπεσαν στο πεζοδρόμιο. Ξημέρωνε Σεπτέμβριος. Η Αθήνα είχε χάσει την ονειρική φιλμ νουαρ ατμόσφαιρα του Αυγούστου και είχε μετατραπεί και πάλι στη γνώριμη πόλη που αγαπάς να μισείς. Βήμα βήμα, σκέψη σκέψη, πέρασαν δύο ώρες και κάμποσα χιλιόμετρα, ώσπου συνειδητοποίησα ότι είχα φτάσει κάτω απ’ το σπίτι μου. Ανέβηκα πάνω εξαντλημένος και ιδρωμένος, έκανα ένα κρύο ντουζ για να συνέλθω, άραξα στο μπαλκόνι για να πιώ ένα μπαφάκι παρέα με τον ήλιο που ανέτελλε και συνέχισα τη ζωή μου.

[B][align=center]Τέλος[/align][/B]


[B][align=center]Επίλογος Επιλόγου (Κύπριος φιλόσοφος του 18ου αιώνα)[/align][/B]

Αυτό ήταν αγαπητό μου Ημερολόγιο. The end. Περίμενες κάτι άλλο; Πιο φαντασμαγορικό; Δεν με ενδιαφέρει. Ποιος σου είπε να έχεις προσδοκίες; Μου πήρε τρία χρόνια να βάλω τελεία, μα να που τα κατάφερα επιτέλους. Όχι δεν αισθάνομαι περήφανος. Αισθάνομαι ότι μου έφυγε ένα αβάσταχτο φορτίο. Φαντάσου την ανακούφιση που νιώθεις μετά από ένα επικό χέσιμο, Κυριακή απόγευμα ύστερα από τραπέζι με το σόι, πολλαπλασιασμένη επί εκατό. Φέτος κλείνουν δεκαπέντε χρόνια από εκείνον τον Αύγουστο. Όχι και λίγα. Συνεπώς, ελπίζω να καταλαβαίνεις ότι όσα σου αφηγήθηκα ίσως δεν είναι ακριβώς όπως έγιναν πραγματικά αλλά όπως τα έχω στο κεφάλι μου. Εξάλλου δεν είναι μυστικό ότι οι ιστορίες δεν γράφονται ποτέ όπως εξελίχθηκαν, αλλά όπως τις αναπολεί ο συγγραφέας.

Τα επόμενα χρόνια έβγαινα αραιά και που μόνος μου στο Καθαρτήριο για να πούμε καμιά κουβέντα με τον Πάνο. Κάναμε ωραίες συζητήσεις. Απ’ αυτές που την επόμενη μέρα σου τριγυρίζουν το μυαλό και στο ζυμώνουν χωρίς να το καταλάβεις. Έπινα τα ποτάκια μου κι άφηνα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στον χώρο. Το πνεύμα της Black Forest είχε στοιχειώσει εκεί μέσα και με πότιζε με ψευδαισθήσεις. Πολλές φορές νόμιζα ότι την έβλεπα να κάθεται σε κάποιο τραπέζι στο βάθος ή να βγαίνει απ’ την τουαλέτα. Ήξερα ότι το υποσυνείδητό μου έπαιζε παιχνίδια, μα κι εγώ το άφηνα. Μου έδινε μια αίσθηση ασφάλειας και στοργής, πως κάτι με προστάτευε. Ένα βράδυ, Χριστούγεννα του 2010, μπήκα στο μαγαζί μετά από αρκετό καιρό και περίμενα να δω τον Πάνο πίσω απ’ τη μπάρα, αλλά δεν ήταν εκεί. Με πληροφόρησαν πως είχε σκοτωθεί τον Ιούλιο σε τροχαίο με τη μηχανή. Θυμήθηκα εκείνη τη φράση που είχε αναφέρει σε μία απ’ τις κουβέντες μας. «Οφείλεις να γνωρίζεις τι είναι πίσω σου και ταυτόχρονα να κοιτάς μπροστά». Ο Πάνος κοιτούσε μπροστά. Δυστυχώς όμως δεν γνώριζε ότι πίσω του ήταν ένας μεθυσμένος που ερχόταν με διακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Παρόλα αυτά ενστερνίστηκα τη συμβουλή του και συμφώνησα ότι ήταν ανούσιο να συνεχίσω να πίνω παρέα με φαντάσματα. Έφυγα αμέσως και δεν ξαναπάτησα ποτέ.

Το καλοκαίρι του 2007 βρέθηκα στην Πεντέλη για τον γάμο ενός θείου μου. Μετά την εκκλησία πέρασα απ’ το σπίτι της μόνο και μόνο για να πάρω μια τζούρα νοσταλγίας. Σταμάτησα το αμάξι παραδίπλα και προσπάθησα να διακρίνω κάποια κίνηση. Υπήρχαν μερικά φώτα αναμμένα αλλά δεν μπόρεσα να δω τίποτα παραπάνω. Ενδεχομένως η ίδια να μην ήταν καν στην Ελλάδα. Την ώρα που έστριβα τσιγάρο παρατήρησα απέναντί μου ένα παρκαρισμένο μαύρο τζιπ με δύο τύπους μέσα να με κοιτάνε περίεργα. Ο ένας απ’ αυτούς βγήκε έξω και με ρώτησε με βαριά φωνή αν ήθελα κάτι. Του απάντησα πως είχα πάρει λάθος δρόμο, έβαλα μπρος κι εξαφανίστηκα. Ήταν σωματοφύλακες του πατέρα της; Πράκτορες της CIA; Όπως σου έχω εξηγήσει, δεν θα μάθουμε ποτέ...

Όσο για τη Black Forest-Ναταλί-ελληνιστί Ναταλία αν προτιμώ, εκείνο το βράδυ ήταν η τελευταία φορά που είχαμε την οποιαδήποτε επαφή. Επέστρεψα στο Μεσολόγγι και μολονότι τη σκεφτόμουν συνέχεια, τήρησα τη συμφωνία μας και δεν την ενόχλησα, καρτερώντας ότι θα επικοινωνούσε μόνη της αργά ή γρήγορα. Δεν την κατηγορώ που δεν το έκανε ποτέ. Ούτε εγώ το έκανα. Μπορώ να φανταστώ δεκάδες λόγους για τους οποίους διάλεξε αυτή την απόφαση. Κάποιοι από αυτούς ισχύουν και για μένα. Ο κυριότερος; Προτίμησα να κρατήσω στη θύμησή μου τα πράγματα ως είχαν και να μην αναζωπυρώσω μια ανέφικτη κατάσταση που θα με βασάνιζε αέναα. Όταν έχεις καταβροχθίσει απ’ το πουθενά μια ολόκληρη τούρτα Black Forest και ζητάς κι άλλη, σημαίνει πως είσαι αχάριστος και δεν σου άξιζε ούτε καν το παντεσπάνι. Ο χρόνος περνούσε κι εγώ τον ακολουθούσα μέσα πολύβουες καφετέριες, σκοτεινά μπαρ, αίθουσες διδασκαλίας, φοιτητικά σπίτια, ύποπτες παρέες, γυναικείες αγκαλιές, συνωστισμένα λεωφορεία, επιδραστικές μουσικές, αμέτρητες ταινίες, δανεικά βιβλία. Το 2008 έφτιαξα facebook και ήταν από τα πρώτα άτομα που έψαξα να βρω -και τη βρήκα- χωρίς όμως να της στείλω αίτημα φιλίας ή να της μιλήσω. Έμπαινα κατά καιρούς στο προφίλ της για να δω αν υπήρχε κάτι καινούργιο, αλλά τα μόνα δημόσια post που μπορούσα να δω, ήταν κάτι επιστημονικά άρθρα στα αγγλικά και στα γαλλικά. Ώσπου ένα χρόνο αργότερα το προφίλ της έπαψε να είναι ενεργό -πιθανόν το έκλεισε- κι έτσι έχασα την οποιαδήποτε ευκαιρία να την κατασκοπεύω. Υπήρξαν φορές που λαχταρούσα τόσο πολύ να μάθω αν ήταν καλά, που το 2012 ενώ ήμουν σινεμά με τη Στέλλα, αναγνώρισα από μακριά τη φίλη της την Δώρα και τελευταία στιγμή κρατήθηκα να μην πάω να τη ρωτήσω. Βλέπεις η Στέλλα ήταν παθολογικά ζηλιάρα και θεώρησα καλή ιδέα να μη μου κόψει τον πούτσο την ώρα που θα κοιμόμουν. Αν κι έχω σταματήσει προ πολλού να την αναζητώ στα διάφορα social media, ενίοτε γκουγκλάρω το όνομά της μπας και το δω γραμμένο σε κάποια σπουδαία επιστημονική ανακάλυψη. Πού ξέρεις; Ίσως βρει το εμβόλιο για τον Covid-19 και τελικά σώσει τον κόσμο. Όχι ότι με νοιάζει και πολύ. Έσωσε τον δικό μου κι αυτό μου φτάνει.



 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 4
      Στα αγαπημένα: 1
 
   

 Ταξινόμηση 
       Συλλογή
      Black_forest και soutzoukakia_smyrneika
      Κατηγορίες
      Αναμνήσεις & Βιώματα,Φιλοσοφικά
      Ομάδα
      
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

 
tocar
08-08-2020 @ 15:34
♥️
Euler2
08-08-2020 @ 16:02
::cry.:: ::cry.:: ::cry.::
κατι παρομοιο νιωθω για ενα προσωπο, με τηρουμενες τις αναλογιες
ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΔΩ
tabasco0
08-08-2020 @ 18:42
::cool.:: ::theos.::
Ruind
20-08-2020 @ 18:16
Φοβερή ιστορία φίλε μου, μπράβο!

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο