Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
123990 Τραγούδια, 263332 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

 -τι σκέφτεσαι πάλι; (το δεύτερο μέρος, λίγες
 Σε εσένα που έκανες τους εφιάλτες μου να φύγουν άπραγοι. Σε ευχαριστώ.
 
Ένιωθες τα σχοινιά να σε τραβάνε και να σου κομματιάζουν την σάρκα
κι έμεινες εκεί μικρός κι ακίνητος. Άψυχος και χλωμός με τα μάτια βυθισμένα σε κατάμαυρες κόχες.
Κρατούσες την φωνή σου φυλακισμένη, βουβή να αιμορραγεί και μέσα από τα
αίματα φαινόταν θεριό να παλεύει.
Δύναμη αξιοζήλευτη κρυμμένη στου μυαλού σου την πλατεία. Μάτια σαν κάρβουνο και ανάσα από θειάφι. Δηλητηριώδης. Μεταδοτική.
Άξιζε τόσος πόνος για μια μέρα; Για μια ώρα; Για μια στιγμή; Για τις δικές σου μονάδες μέτρησης; Στα αλήθεια μπορείς να μετρήσεις τον πόνο με στιγμές;
Κι αύριο;

Αύριο θα σηκωθώ μουδιασμένος με την φωνή μου να πονάει, ραγισμένη και βραχνή σαν κρώξιμο ασθενικού πτηνού.
θα ανοίξω το παράθυρο και θα αφήσω το μπετό να με πλακώσει. Την μυρωδιά της εχθρικής πόλης να με ισοπεδώσει, να με ξεριζώσει.
Θα ρουφήξω μια γουλιά ζεστό καφέ και θα αφήσω το άρωμα του να περιπλανηθεί.
Την θυμάμαι αυτήν τη μυρωδιά, από ένα ταξίδι στο Άμστερνταμ που είχα
πάει με το θηρίο μου. Μια χλωμή ξερακιανή Δανή μου είχε προσφέρει μια κούπα σκέτο,πικρό καφέ μα με τόσο υπέροχο άρωμα. Γέμιζε τις αίθουσες με τα καλογυαλισμένα πατώματα του αεροδρομίου, έρημα και ανέγγιχτα ακόμα από τα μιασμένα πλήθη. 5:45 το πρωί και με θυμάμαι να σέρνω την παλιομοδίτικη δερμάτινη βαλίτσα μου.

Τα χεριά μου τρέμουν,κρατώντας το φλιτζάνι....μια γουλιά ακόμα και μια ανάσα θειάφι. Κοιτάζω την βαλίτσα,δεν την άδειασα ποτέ από κανένα ταξίδι μου και μετά από τόσα ταξίδια,παραμένει άδεια . Βλέπω στα τοιχώματα της καρτ ποστάλ από τους τόπους που είδα. Τον τόπο που ξεκίνησα, από που πέρασα μέχρι να φτάσω στο κρύο κελί του σήμερα μου. Σε μια βαλίτσα μέσα ζω τελικά. Ελεύθερος;

Χτυπάει το κινητό μου μα δεν το σηκώνω. Δεν ξέρω αν θέλω να ακούσω μια αλήθεια ή ένα ψέμα. Δεν ξέρω τι θα με πονέσει περισσότερο. Η ραχοκοκαλιά μου τρίζει,το φλιτζάνι και οι αναμνήσεις μου πέφτουν άψυχα στο πάτωμα. Η σάρκα μου σκίζεται ξανά και το θηρίο προβάλει μέσα από τις φλόγες. Ξύπνησε πάλι. Ο ήχος της σκέψης μου το εξαγρίωσε. Το φως από τα μάτια της το αναστάτωσε.

Παίρνω την πέτρα μου στον ώμο και με την σάρκα σκισμένη και ανεβαίνω τον λόφο.
Το βράδυ θα επιστρέψω εδώ,και με την πέτρα πάνω μου, θα αποκοιμηθώ. Υπομονή. Άλλη μια μέρα. Καλήμερα Θηρίο. Καλήμερα πόνε. Μόνιμοι αδιάκριτοι ένοικοι μου, καλημέρα.

Πού θα μας βγάλει ο δρόμος σήμερα; Πόσες φορές θα στρίψουμε. Με την προσοχή στραμμένη στο θηρίο και στα περιπαικτικά του λόγια αποσπώμαι. Το άλγος με ναρκώνει με γλυκιά μέθη. Μυρωδιά από θειάφι.


Κομματιασμένος! Δαίμονα!
Ρουφάω μια γουλιά καφέ καθώς κοιτάζω το άψυχο κορμί μου. Τι έκανα πάλι?
Κάθομαι στο στηθαίο του δρόμου και γελάω. Με δείχνω με το δάχτυλο σαν περίεργο αλητάκι και χαχανίζω. Πόσες φόρες θα το ξανακάνω; Πόσες φόρες θα ξανατρελαθώ;
Ο κόσμος μαζεύεται και με κοιτά παγωμένος, δεν με νοιάζει ιδιαίτερα,άλλα ποιοι είναι αυτοί όλοι;Ο αέρας έχει αλλιώτικη γεύση. Πιο ελαφριά. Πιο γλυκιά. Ανόθευτη και ελεύθερη.
Φωνές ,σειρήνες,κόσμος. Πότε δεν τα πήγαινα καλά με τον περίεργο όχλο. Θα μείνω χαμένος εδώ ,καλά κρυμμένος κάτω από το άψυχο σώμα μου...
Βολεμένος στο οδόστρωμα να κοιτάω μια τα αυτοκίνητα που περνάνε και μια τον ουρανό. Μια το θηρίο και μια τα σκοινιά.
Γελάω, δεν περίμενα να πράξω κάτι άλλο. Γελώντας έμπαινα σε κάθε στροφή,γελώντας άνοιξα το γκάζι τυφλά, γελώντας έπαιρνα το ρίσκο γελώντας αντίκριζα τον γκρεμό, τον τοίχο, το κάθε διερχόμενο όχημα. Γελώντας ανυψώνομαι τώρα...
Βλέπω το σώμα μου από ψηλά. Κομματιασμένο,σκισμένο από λαμαρίνες,και από σκοινιά και το θηρίο εκεί κάτω να με κοιτάει με νοσταλγία, με την καρδιά μου στο στόμα του να χτυπάει ακόμα. Ποιος τελικά κέρδισε?
Ανεβαίνω πιο ψηλά....και το θηρίο και ο πόνος μου ξεσπάνε,κλαίνε με λυγμούς,φαίνονται να ρωτάνε γιατί φεύγω. Γιατί τα άφηνα ορφανά. Τα δυο γλυκά παιδιά μου. Από τι θα τρέψουν το κακοσχηματισμένα σώματά τους αν όχι απτήν μονάκριβη δικτατορική καρδιά μου;

Κλαίω και εγώ και τα δάκρυα μου πέφτουν σαν βροχή στο έδαφος. Βλέπω το πλήθος να ανοίγει ομπρέλες, πολύχρωμες, λαμπερές, αεικίνητες να περιτριγυρίζουν τον χαλασμό. Να ορέγονται την καταστροφή. Να διασκεδάζουν.
Είχαμε σχέση εμείς όλοι θυμάμαι,δίναμε ο ένας στον άλλον ουσία, και παρά τις ακατάσχετες αιμορραγίες μας και τα χιλιοσπασμένα κόκαλά μας συνηγορούσαμε. Ζούσαμε ο ένας για τον άλλον και ο ένας από την δηλητηριώδη πνοή του άλλου.

Σας θυμάμαι τώρα όλους εσάς, σας έχω ξαναδεί. Σας θυμάμαι μικρά δαιμόνια ανθρωπάκια να γυρνάτε γύρω από το κεφάλι μου. Ντυμένα στα άσπρα με λεπτά αρρωστιάρικα ποδαράκια. Να απλώνετε την υπεροπτική σας απαισιοδοξία σαν πανωσέντονο πάνω από άψυχα παραμορφωμένα μαξιλάρια. Και εσάς με τις μπλε θολές στολές σας θυμάμαι να ρωτάτε ονόματα και να αναγνωρίζετε δήθεν πτώματα.
Προσπαθήστε να κάνετε τη δουλειά σας σωστά απόψε. Σηκώστε μέχρι τέρμα το σεντόνι. Διαβάστε καλά την ταυτότητα, και γράψτε σωστά τα στοιχειά. Βιαστείτε, το δάκρυ μου έχει ποτίσει από το θειάφι και πέφτει σαν όξινη βροχή που λιώνει τις κακοπληρωμένες στολές σας. Βιαστείτε. Προλάβετε. Μην χάσετε άλλη μια ευκαιρία.

Όλο και ανυψώνομαι. Μα υπάρχει κι άλλο πλήθος? Ήρθαν και οι δεσμώτες μου;Μα όλοι από εδώ περνάνε? Όλοι σήμερα με θυμούνται; Ήρθες και εσύ;Εσύ τι δουλειά έχεις να κάνεις εδώ?
Με όλη μου την δύναμη θέλω να φύγεις από εκείνο το πλήθος που με κοιτάει περίεργα να ξεχωρίσεις, να μη βραχείς και να μη δεις τίποτα. Σε αισθάνομαι να με πλησιάζεις το χέρι σου καυτό, με εξαγνίζει. Και εκεί που με ακουμπάς, και νομίζω ότι θα πετάξεις μαζί μου, νιώθω το σώμα μου βαρύ σαν άγκυρα και βυθίζομαι, πέφτω.

Με τραβάς πίσω και με βάζεις μέσα στο σώμα μου, με φιλάς και μου δίνεις πνοή ξανά, με συναρμολογείς και με προγραμματίζεις σαν ελβετικό ρολόι, με βάζεις στο κατεστραμμένο όχημά μου, διώχνεις το σαρκαστικό και αδηφάγο πλήθος και κάθεσαι διπλά μου. Μόνη αλλάζεις τις ταχύτητες,μόνη κρατάς το τιμόνι,και επιταχύνεις. Καμία βελόνα δεν φτάνει να μετρήσει την ταχύτατα τώρα. Σου φωνάζω “στροφή”. Καμιά πρόσφυση, απαίσιος ήχος λαμαρίνας που λυγίζει και κόβει. Το θηρίο να ουρλιάζει στριμωγμένο, ο πόνος να καπνίζει αμήχανα τα σκοινιά να κάνουν κύκλους άπραγα, δένοντας τον ζεστό αέρα. Το μόνο που χρειάζομαι είναι μια στιγμή. Η μονάδα που τα μετρούσε όλα. Η στιγμή. Αυτή τη μια στιγμή θέλω να πάρω τα μάτια μου από τον χαμό και να ρίξω μια τελευταία μάτια στα υπέροχα χαρακτηριστικά σου,στο χαμόγελο σου, στα μαλλιά σου, να ανασάνω από την διαυγή ανάσα σου για μια μοναδική τελευταία φορά. Για μια στιγμή...Γυρίζω να σε κοιτάξω τότε πού έχω ακόμα την δύναμη και βλέπω ένα άδειο κάθισμα.
Γελάω τρανταχτά, ακατάπαυστα, ανήθικα και χωρίς σεβασμό.
Γελάω τρανταχτά....και με κοιτάς. Με πρωτόγνωρη απορία. Παιδική.

-Τι σκέφτεσαι πάλι;

Ανοίγω τα μάτια μου ξαφνιασμένος και σε κοιτώ να λάμπεις δίπλα μου, να λούζεσαι με το φως του ήλιου που περνάει από το ανοιχτό παράθυρο. Δεν σε τρομάζει το απολαμβάνεις. Το μπετόν έχει εξαφανιστεί, η μυρωδιά του πικρού καφέ αντικαταστάθηκε από αυτή της γλυκιάς σοκολάτας. Χαμογελάς με το μαργαριταρένιο χαμόγελό σου και η ζωντάνια του δάσους ξεχύνεται μέσα από τα μάτια σου. Ολόλευκα σεντόνια να παίζουν με τον ήλιο στο κρεβάτι, στο πάτωμα.

-Έλα πες μου...τι σκέφτεσαι πάλι;


 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 6
      Στα αγαπημένα: 1
 
   

 Ταξινόμηση 
       Κατηγορίες
      Έρωτας & Αγάπη
      Ομάδα
      Πεζά
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

 
eythis
21-05-2009 @ 03:42
IPEROXO!!!!!!!!!!!!
::up.:: ::up.:: ::up.::
ConstantineMuhT
21-05-2009 @ 04:06
Se eyxaristw therma...
akolouthos
21-05-2009 @ 04:25
MEGALO ,ALLA KATAPLHKTIKO~~~~ ::up.::
ΣΟΥΡΜΠΙΤΣΑ
21-05-2009 @ 06:38
Δεν ξερω τι σκεφτεται εκεινη.........εγω διαβαζοντας το σκεφτομαι.......ΓΙΑΤΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ........απιστευτα ομορφο!!!! ::theos.:: ::theos.:: ::theos.:: ......και Χρονια Πολλα...αν ισχυει το ConstanitneMuht
idroxoos
21-05-2009 @ 09:39
πολύ καλο.....χρόνια πολλά!!! ::wink.:: ::up.:: ::up.::
Αγνή
21-05-2009 @ 19:02

πολύ μ' αρέσει η μυρωδιά με νότες σοκολάτας...

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο