Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
125074 Τραγούδια, 264926 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα - 1982       
 
Στίχοι:  
Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική:  
Λένα Πλάτωνος


Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα `λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: -
      Αναγνώσεις: 9877
      Σχόλια: 1
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Δισκογραφία 
 
[1] Καρυωτάκης -13 τραγο...
1982
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   libertad @ 25-09-2005
   μουσόφιλος
30-05-2018 02:44
Στο ποίημα αυτό, που ανήκει στην πρώτη ενότητα της συλλογής «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927), ο Καρυωτάκης χρησιμοποιεί ελευθερωμένο στίχο. Εδώ ο ποιητής προχωρά πέρα από την παράδοση του συμβολισμού και προβάλλει με τολμηρό και ειλικρινή τρόπο τη συναισθηματική του κατάσταση.
Ο Κώστας Καρυωτάκης καταγράφει στο ποίημα αυτό την αντίθεση εκείνη που σε μεγάλο βαθμό χαρακτήριζε την προσωπικότητα και τη συναισθηματική του κατάσταση∙ απ’ τη μια η ομορφιά της ζωής κι απ’ την άλλη η δική του αδυναμία να αφεθεί πλήρως στα θέλγητρά της και να αισθανθεί την ευδαιμονία του ανθρώπινου βίου. Ο ποιητής αντιλαμβάνεται φυσικά την ιδιαίτερη γοητεία που είναι σε θέση να ασκήσει η ζωή, δεν μπορεί όμως, έστω κι αν θα το ήθελε, να νιώσει πραγματική ευτυχία. Τα στοιχεία εκείνα της ζωής που για τους άλλους λειτουργούν ως πηγές πρόκλησης και χαράς, για τον ίδιο αποτελούν ένα περιττό και κάποτε ανυπόφορο βάρος.

«Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.»

Ο ποιητής αντικρίζει το βράδυ αυτό σαν ένα μπουκέτο, σαν μια δέσμη από τριαντάφυλλα, υποδηλώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο τη γοητεία που άσκησε στην ψυχή του η νυχτερινή εκείνη ώρα. Ένιωθε τα δώρα και την ομορφιά της ζωής σαν μια θεσπέσια ανθοδέσμη∙ σαν ένα κάλεσμα να βιώσει κι εκείνος τη χαρά και τον έρωτα. Εμφανής είναι, άλλωστε, η συσχέτιση των τριαντάφυλλων με το ερωτικό συναίσθημα και την ερωτική επιθυμία, μιας και συχνά οι άνθρωποι εκφράζουν τις διαθέσεις τους αυτές προσφέροντας στο αγαπημένο τους πρόσωπο λουλούδια.
Η οπτική, μάλιστα, εικόνα της αρχικής παρομοίωσης, συμπληρώνεται με μια ακόμη μεταφορική εικόνα στο πλαίσιο της οποίας οι αισθήσεις της όρασης και της όσφρησης συμφύρονται, προκειμένου να αποδοθεί πιο δραστικά η ισχυρή επίδραση της γοητείας και του κάλλους που χαρακτήριζε εκείνη τη θερινή βραδιά. Μια διακριτική ευωδιά κατέκλυζε τους δρόμους∙ μια ευωδιά που ο ποιητής τη χαρακτηρίζει χρυσή, για να τονίσει το ιδιαίτερο των συναισθημάτων και των συνειρμών που προκαλούσε στην ψυχή και στη σκέψη των ανθρώπων.
Υπό την επίδραση της ομορφιάς που διέκρινε εκείνη τη βραδιά, ο ποιητής ένιωσε την καρδιά του να κυριεύεται, εντελώς απροσδόκητα, από ένα βαθύ αίσθημα καλοσύνης, λησμονώντας έτσι, έστω και πρόσκαιρα, όλα όσα του προκαλούσαν δυσαρέσκεια ή τον έκαναν να αισθάνεται θυμό για τους συνανθρώπους του και για τις -συχνά- δόλιες πράξεις τους. Το αίσθημα καλοσύνης, επομένως, δεν χαρακτηρίζεται τυχαία αιφνίδιο, καθώς αποκαλύπτει έμμεσα πως τις αμέσως προηγούμενες στιγμές, η διάθεση του ποιητή και τα συναισθήματά του δεν ήταν μήτε θετικά μήτε γεμάτα καλοσύνη. Ο Καρυωτάκης, άλλωστε, υπήρξε ένας άνθρωπος αυξημένης πολιτικής συνείδησης και δεν μπορούσε να παραγνωρίσει τις ανομίες, την πλεονεξία και την ανηθικότητα των συνανθρώπων του. Κι αν πολλές φορές οι στίχοι του προσέγγιζαν με ειρωνικό και σατιρικό τρόπο την κοινωνική πραγματικότητα, αυτό οφειλόταν ακριβώς στο γεγονός ότι ο ποιητής είχε πλήρη επίγνωση της αδικίας που επικρατούσε γύρω του.

«Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ‘λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.»

Το ποιητικό υποκείμενο κρατά στα χέρια το παλτό, εφόσον η βραδιά είναι ζεστή και δεν το χρειάζεται, ενώ το πρόσωπό του που το έχει στρέψει στον ουρανό φωτίζεται από τη σελήνη, που κυριαρχεί στο νυχτερινό τοπίο. Η αίσθηση, μάλιστα, που του δημιουργείται, είναι πως η όλη ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και γεμάτη ερωτικό πάθος από τα φιλιά ερωτευμένων ζευγαριών. Πρόκειται περισσότερο, βέβαια, για μια εντύπωση, η οποία σχετίζεται με τον ρομαντισμό που αποπνέει το νυχτερινό τοπίο, γι’ αυτό κι ο ποιητής της προσδίδει υποκειμενική διάσταση με τη φράση «θα ‘λεγες», η οποία φανερώνει την απουσία βεβαιότητας.
Ωστόσο, εκείνο που εκφράζεται με μεγαλύτερη σιγουριά, είναι πως μια τέτοια βραδιά ο ποιητής νιώθει ως περιττό βάρος τη σκέψη και τα ποιήματα∙ νιώθει πως είναι τελείως ασύμβατος ο βαθύς προβληματισμός με μια τόσο ανάλαφρη, ερωτική και θελκτική βραδιά. Τη στιγμή που η φύση προσφέρει στους ανθρώπους μια τόσο ζεστή και γαλήνια βραδιά, μεταδίδοντάς τους μια αίσθηση εσωτερικής ηρεμίας και ξυπνώντας τους ερωτικά συναισθήματα, ο ποιητής νιώθει να τον βαραίνουν ανυπόφορα οι συνήθεις σοβαροί συλλογισμοί του, αλλά ακόμη κι η ίδια η ποιητική του τέχνη, που ελάχιστα ασχολείται με τις όμορφες πτυχές του ανθρώπινου βίου. Παρασύρεται κι αυτός από το γενικότερο κλίμα και δεν μπορεί να αφεθεί, όπως συνηθίζει, στις πιο σοβαρές, μα και πιο οδυνηρές σκέψεις του, που αφορούν κυρίως τα δύσκολα ζητήματα της ζωής.

«Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.»

Ο ποιητής νιώθει την ιδιαίτερη γοητεία της βραδιάς και όλες εκείνες τις υποσχέσεις που μοιάζει να δίνει στους ανθρώπους το καλοκαίρι που μόλις ξεκίνησε -τις υποσχέσεις μιας επερχόμενης ευδαιμονίας- αλλά ο ίδιος δεν μπορεί να βιώσει πραγματικά κανένα συναίσθημα χαράς. Η δική του συναισθηματική κατάσταση, όπως παραστατικά δίνεται με την εικόνα των σπασμένων φτερών, είναι αυτή ενός εσωτερικά πληγωμένου ανθρώπου, ο οποίος, αν και αντιλαμβάνεται τα θέλγητρα της ζωής, δεν μπορεί να γνωρίσει την ανέμελη ευτυχία που νιώθουν άλλοι άνθρωποι. Δική του συνοδός μοιάζει να είναι η θλίψη∙ μια θλίψη που πηγάζει από σημαντικά προσωπικά του προβλήματα, κι η οποία του στερεί τη συμμετοχή στις ευχάριστες πτυχές της ζωής, αφού τον κρατά δέσμιο των αρνητικών συναισθημάτων.
Έτσι, ενώ κάθε άλλος άνθρωπος στη θέση του ποιητή θ’ άφηνε την ψυχή του ελεύθερη σε μια ξέγνοιαστη ονειροπόληση μελλοντικών και πιθανών ευτυχιών, όπως θα μπορούσε να είναι το ενδεχόμενο ενός μαγευτικού ταξιδιού, μιας νέας αγάπης ή μιας άλλης απροσδόκητης χαράς, εκείνος μένει επίμονα δοσμένος στις οδύνες του πληγωμένου ψυχισμού του. Η απορία του, επομένως, σχετικά με τον ερχομό του καλοκαιριού -μιας εποχής που συσχετίζεται με την ευτυχία και τη διασκέδαση-, ίσως να μοιάζει παράδοξη, είναι, εντούτοις, συνεπής με τη γενικότερη διάθεση του ποιητή, εφόσον ο ίδιος αδυνατεί να νιώσει αδημονία ή ενθουσιασμό για όσα χαροποιούν συνήθως τους άλλους ανθρώπους. Ο ποιητής δεν έχει να περιμένει μήτε κάποιο ονειρευτό ταξίδι, μήτε κάποια αγάπη∙ και δεν έχει να περιμένει τίποτε από αυτά, γιατί πολύ απλά δεν έχει την ψυχική εκείνη διάθεση που θα του επέτρεπε να τα διεκδικήσει και να τα βιώσει με την ανάλογη ευφορία. Τα όμορφα δώρα της ζωής είναι για εκείνους τους ανθρώπους που μπορούν να τα εκτιμήσουν και να τα ευχαριστηθούν, όχι για τον εγκλωβισμένο στην ψυχική του οδύνη ποιητή.
Η συναισθηματική κατάσταση του ποιητή, όπως παραστατικά δίνεται με την εικόνα των σπασμένων φτερών, είναι αυτή ενός εσωτερικά πληγωμένου ανθρώπου, ο οποίος, αν και αντιλαμβάνεται τα θέλγητρα της ζωής, δεν μπορεί να γνωρίσει την ανέμελη ευτυχία που νιώθουν άλλοι άνθρωποι. Δική του συνοδός μοιάζει να είναι η θλίψη∙ μια θλίψη που πηγάζει από σημαντικά προσωπικά του προβλήματα, κι η οποία του στερεί τη συμμετοχή στις ευχάριστες πτυχές της ζωής, αφού τον κρατά δέσμιο των αρνητικών συναισθημάτων.
Έτσι, ενώ κάθε άλλος άνθρωπος στη θέση του ποιητή θ’ άφηνε την ψυχή του ελεύθερη σε μια ξέγνοιαστη ονειροπόληση μελλοντικών και πιθανών ευτυχιών, όπως θα μπορούσε να είναι το ενδεχόμενο ενός μαγευτικού ταξιδιού, μιας νέας αγάπης ή μιας άλλης απροσδόκητης χαράς, εκείνος μένει επίμονα δοσμένος στις οδύνες του πληγωμένου ψυχισμού του. Η απορία του, επομένως, σχετικά με τον ερχομό του καλοκαιριού -μιας εποχής που συσχετίζεται με την ευτυχία και τη διασκέδαση-, ίσως να μοιάζει παράδοξη, είναι, εντούτοις, συνεπής με τη γενικότερη διάθεση του ποιητή, εφόσον ο ίδιος αδυνατεί να νιώσει αδημονία ή ενθουσιασμό για όσα χαροποιούν συνήθως τους άλλους ανθρώπους. Ο ποιητής δεν έχει να περιμένει μήτε κάποιο ονειρευτό ταξίδι, μήτε κάποια αγάπη∙ και δεν έχει να περιμένει τίποτε από αυτά, γιατί πολύ απλά δεν έχει την ψυχική εκείνη διάθεση που θα του επέτρεπε να τα διεκδικήσει και να τα βιώσει με την ανάλογη ευφορία.
Τα αναπάντητα ερωτήματα που παρατίθενται στο κλείσιμο του ποιήματος και τα οποία παρουσιάζουν τις πιθανές εκείνες πηγές ευτυχίας που θα προσδοκούσε κάθε άλλος άνθρωπος, έρχονται να αναδείξουν με εμφατικό τρόπο το αίσθημα ματαίωσης και βαθιάς απογοήτευσης που νιώθει ο ποιητής. Καμία τέτοια προσδοκία και καμία τέτοια -μάταιη- ελπίδα, δεν μπορεί να χαροποιήσει την ψυχή του ποιητή και να την βγάλει από το τέλμα της απογοήτευσης και της οδύνης.
Παρά το γεγονός ότι ο Καρυωτάκης περιγράφει μια φαινομενικώς ειδυλλιακή βραδιά, αξιοποιώντας μάλιστα στην πρώτη στροφή αρκετά σχήματα λόγου (παρομοίωση, μεταφορές), για να προσδώσει στην περιγραφή αυτή λυρισμό, γίνεται αναπόφευκτα αισθητός ο ελεγειακός -θρηνητικός- τόνος του ποιήματος, μέσα από τη σαφή δήλωση του ποιητή πως ο ίδιος δεν μπορεί να νιώσει πραγματικά και να εκτιμήσει την ομορφιά της ζωής και τις στιγμές ευτυχίας που αυτή επιφυλάσσει στους ανθρώπους. Τα «σπασμένα φτερά» του ποιητή, όπως κι η αδυναμία του να κατανοήσει για ποιο λόγο έρχεται το καλοκαίρι, αφού ο ίδιος δεν είναι σε θέση να βιώσει καμία χαρά και κανένα ευδαιμονικό συναίσθημα, καθιστούν εμφανή την άσχημη ψυχική του διάθεση και το βαθμό στον οποίο αισθάνεται -και είναι- εσωτερικά τραυματισμένος. Έτσι, ό,τι αρχικώς μοιάζει με την εξύμνηση του κάλλους της ζωής, καταλήγει στην οδυνηρή παραδοχή του ποιητή πως για εκείνον δεν υπάρχει πια η προσδοκία καμίας ευτυχίας και καμιάς αγάπης. Εγκλωβισμένος ο ποιητής στην οδύνη της ψυχής του αδυνατεί πλέον να βιώσει τα θετικά συναισθήματα που νιώθουν οι άλλοι άνθρωποι.
Πέρα, πάντως, από τον ελεγειακό τόνο, υπάρχουν στο ποίημα και ενδείξεις σατιρικού στοιχείου, οι οποίες προκύπτουν ακριβώς απ’ την αδυναμία του ποιητή να αφεθεί ολόψυχα στη γοητεία που ασκεί η θερινή βραδιά και στις προσδοκίες που αυτή ξυπνά στην ψυχή των ανθρώπων. Η μεταφορική φράση, για παράδειγμα, «αιφνίδια καλοσύνη» υποδηλώνει πως η θετική αυτή διάθεση είναι απρόσμενη, μα και σίγουρα προσωρινή, εφόσον ο ποιητής δεν μπορεί να παραβλέψει την κοινωνική αδικία, τη δολιότητα και την απληστία των συνανθρώπων του. Έτσι, έστω κι αν πρόσκαιρα παρασύρεται απ’ τη γλυκύτητα της βραδιάς, αυτό δε σημαίνει πως λησμονεί τις πραγματικά επώδυνες κοινωνικές συνθήκες που είναι αναγκασμένος αυτός και οι συγκαιρινοί του να αντιμετωπίσουν. Ενώ, με το στίχο «Η σκέψις, τα ποιήματα, / βάρος περιττό.», όπως και με τις παραδοχές της δεύτερης στροφής σχετικά με την αδυναμία του να νιώσει τα ευδαιμονικά συναισθήματα που φέρνει μαζί του το καλοκαίρι, προχωρά σ’ έναν οδυνηρό αυτοσαρκασμό, φανερώνοντας αφενός πως επηρεάζεται μεν κι ο ίδιος απ’ την ομορφιά της φύσης, αδυνατώντας να συγκεντρωθεί στις σκέψεις του, αδυνατεί, εντούτοις, να φτάσει στο σημείο να βιώσει πραγματικά συναισθήματα χαράς. Προχωρά, επομένως, ο ποιητής σε μια σατιρική προσέγγιση του εαυτού του και της ψυχικής του κατάστασης, καθώς αν και αντιλαμβάνεται τη μαγεία της εποχής, ο ίδιος από τη φύση του μελαγχολικός και απαισιόδοξος, δεν μπορεί να αφεθεί στην ευφορία που εύλογα διακρίνει γύρω του [πηγή:https://latistor.blogspot.com].



Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο