Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
111519 Τραγούδια, 257430 Ποιήματα, 28002 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

Ο βράχος και το κύμα       
 
Στίχοι:  
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Μουσική:  
Αμελοποίητα


"Μέριασε, βράχε να διαβώ! το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο
μέριασε, μες στα στήθη μου, που `σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου, που `πε τώρα,
βράχε, θα πέσεις, έφθασεν η φοβερή σου ώρα!
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
και σώγλυφα και σώπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ’εκοίταζες και φώναζες του κόσμου
να ειδεί την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο πούθε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ειδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα `φαγα, σ’έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι"...

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.
Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει
και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα ψυχομαχήσει.

"Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ και τόλμησες αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω".

"Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του ’δη μου τ’ αχνάρια...
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...
Σε ξένους μ’έρριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμ’εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
Γίγαντας στέκω μπρος σου!"

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε με μιας το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει,
σαν νάταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγηξε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: 73.4%  (3 ψήφοι)
      Αναγνώσεις: 6129
      Σχόλια: 1
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   KONSTANTINOS @ 25-12-2010
   KONSTANTINOS
26-12-2010 03:20
Στο ποίημα ο βράχος συμβολίζει τον Τούρκο κατακτητή και το κύμα τον υπόδουλο Ελληνισμό στην περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.


Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο