Rua Bella Vista

Μια νύχτα καλοκαιρινή, υγρή στη Λισσαβόνα,
ονειροπόλος ποιητής χαϊδεύει τη σιωπή·
ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται μ’ αγρύπνια
αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή.

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κοιτά τους άδειους δρόμους.
Τη μέρα ειν’ ένα τίποτα. Το βράδυ ειν’ «εγώ»,
που κάθεται καρτερικά στην έρημη αποβάθρα,
να πάρει την κλινάμαξα που πάει στην άβυσσο.

Ανακαλεί τη θλίψη του, την αστραπή της γνώσης,
για κάθε του παρόρμηση που άφησε κρυφή
κι απ’ το βιβλίο του Ιώβ χειροκροτά τη φράση:
«Κουράστηκε η ψυχή μου απ’ τη ζωή».

Γλυκά θ’ ανοίξει η κλειδαριά της πόρτας για το Σύμπαν,
ο υπάλληλος Πεσόα θ’ αφήσει τις σκιές
και μένα, που ξαγρύπνησα, με πιάνει η ανησυχία,
αν είναι οι αναμνήσεις μου ψεύτικες ή σωστές.

One humid night of summer in the city of Lissabon
a poet lost in reveries gives a caress to the silence.
The tax for exellence of mind by sleeplessness is paid -
it hides in a bookkeeper's body, of insomnia wild beast.

The window is open, and at empty streets he's looking.
There's nothing in the day. His "ego" is the night,
that on a deserted quay is for a state-room waiting,
to start a travel overnight into the abyss.

He is recalling his sorrows and lightnings of understanding,
all those impulses remained unrealized,
and from the Book of Job one sentence he's applauding:
"My soul, are you tired from the life".

So gently it will be unlocked, the door into the Universe,
and the clerk Pessoa will the shadows shake off.
And I, a vigil of the night, am worrying here, restless:
what are my memories of the life: illusion? truth?

Maroulya © 15.11.2008

Εκτύπωση από: