Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
101458 Τραγούδια, 244931 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 

Cuento (Erotócrito) - 1698 Αναγνώσεις         
    

Στίχοι: Βιτσέντζος Κορνάρος
Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Ως μπήκεν ο Ρετόκριτος στη φυλακή κι αρχίζει
να τση μιλεί και σπλαχνικά να την αναντρανίζει.
Λέγει τση: "Το με `ρώτηξες θα σου το πω και γροίκα
πού το `βρηκα το χάρισμα στη φυλακή σ’ αφήκα.

Είναι δυο μήνες σήμερο που `λαχα κάποια δάση,
εις τη μεριά της Έγριπος κι εβγήκαν να με φάσι
άγρια θεριά ν εμάλωσα κι εσκότωσα απ’ εκείνα
κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν.

Με κίνδυνο εγλύτωσα οσώραν επολέμου
να γλυτωθώ απο λόγου τους δεν το’ λπιζα ποτέ μου
μα εβούθηξε το ριζικό τ’ αστρί με λυπηθήκα(ν)
και σκότωσα και ζύγωσα και αλάβωτο μ’ αφήκαν

Δίψα μεγάλη γροίκησα στο πόλεμον εκείνο
γυρεύοντας να βρω δροσιά εσώθε σ’ ένα πρίνο
και παρεμπρός εφάνη μου κουτσουναράκι χτύπα,
σιμώνω βρίσκω το νερό εις του χαρακιού την τρύπα.

Ήπια το κι εδροσίστηκα και πέρασέ μου η δίψα,
μα πούρι κι άλλα βάσανα ετότε δε μου λείψαν.
Έκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι
όντε γροικώ αναστεναγμό και μύσματ’ αρρωστάρη.

Και βιαστικά σηκώνομαι, το ζάλο μου σπουδάζει
να δω ποιος είναι που πονεί και βαριαναστενάζει
και μπαίνω μέσα στα δεντρά που `ταν κοντά ειςτη βρύση,
δια να δω και για να βρω το νέο αυτό όπου μύσσει.

Βρίσκω ένα νιον ωραιόπλουμο που `λαμπε σαν τον ήλιο
κι εκείτουντο ολομάτωτος μπροστά εις ένα σπήλιο.
Σγουρά ξανθά `χε τα μαλλιά και τα σοθέματά του
παρ’ όλο οπού `τα σαν νεκρός, ήδειχνεγιε η μορφιά του.

Και δυο θεριά στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα
και το σπαθί και τ’ άρματα όλα ησαν ματωμένα.
Σιμώνω χαιρετώ τονε, λέω του: "Αδέλφι γεια σου.
Ίντα `χεις κι απονέκρωσες, πούντη λαβωματιά σου;"

Τα μάτια του `χε σφαλιχτά, τότε τ’ αναντρανίζει
κι εθώρειε δίχως να μιλεί και στο λαιμό του αγγίζει.
Με το δακτύλι δυο φορές μου δείχνει να νοήσω
που ειχε την λαβωματιά να τον εβοηθήσω

Το στήθος του ξαρμάτωσα και μια πληγή του βρίσκω
δαμάκιν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο.
Ολίγο του από βοτσί τον είχε δαγκαμέν
φαίνεται να χε το θεριό δόντι φαρμακεμένο
Και πήρεν του τη δύναμη και την πνοήν του εχάσε
και το φαρμάκι πέρασε και μέσα τον επιάσε.

Κι αγάλι αγάλια `χάνετο σαν το κερί όντε σβήνει,
έκλαψα κι ελυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη.
Σαν αδελφό μου καρδιακό τον έκλαιγα κι επόνου,
μα πόνοι, δάκρυα, κλάηματα άνθρωπο δε γλιτώνου.
Εψυχομάχε κι έλεγε να στέκω μη μισέψω,
εθάρρειε πως τέτοια πληγή μπορούσα να γιατρέψω.

Δείχνει μου το δαχτύλι ν του που χε το δαχτυλίδι
και γνώρισα σαν χάρισμα σαν φίλος μου το δίνει.
Τότε μια σιγανή φωνή μόνο τ’ αυτιά μου ακούσα(ν)
και είπανε τα χείλη του: "Σε `χασα Αρετούσα".
Ετούτα είπε μοναχά και τέλειωσ’ η ζωή του
και με πρικύ αναστεναγμό εβγήκε η ψυχή του.

Τουτα τα χέρια που θωρείς λάκκο σιμιό του σκάψα(ν)
και τούτα τον εσήκωσαν και τουτα τον εθάψαν

Ως τ’ άκουσεν η Αρετή ώρα λιγάκι εστάθη
αμίλητη και ο πόνος της την έκαμε και εχάθη


Letras de Canciones: Vitsentzos Kornaros
Música: Hristodoulos Halaris
Primera representaci: Nikos Xylouris

Hasta que entró Erotócrito en la cárcel y empieza
a hablarle y a mirarla con ternura.
Le dice: "Lo que me preguntas te voy a decir. Escucha
dónde hallé el regalo que te dejé en la celda.

Hace hoy dos meses que me encontraba en ciertos bosques
en la zona de Egripo y salieron a devorarme
fieras salvajes, con las que hube de luchar y matar dellas,
que de mis manos quedaron la mayoría muertas.

Me libré del peligro cuanto rato estuve luchando
que espadar de ellas jamás no lo esperaba
pero me ayudó la estrella de mi destino y se compadeció
y maté y puse en fuga y me dejaron indemne.

Sentí una enorme sed durante aquella batalla
buscando frescor dentro de una coscoja
pude ver delante un caño con un hilillo de agua.
Me acerco, encuentro el agua en el agujero de la grieta.

Bebí me refresqué y se me pasó la sed,
sin embargo otros sinsabores no me faltaron entonces.
Me senté a descansar junto al caño
cuando oigo gemidos y jadeos de enfermo.

Y apremiado me levanto y apresuro el paso
para ver quien pena y suspira profundamente.
Me adentro en la arboleda que había junto a la fuente
por ver de encontrar al joven este que resopla.

Encuentro a un joven bien trajeado que relucía como el sol
y yacía cubierto de sagre ante una cueva.
Rizado y rubio tiene el cabello, y sus proporciones,
aunque estaba casi muerto, mostraban su hermosura.

A su lado había dos fieras muertas
y su espada y sus armas, todas ensangrentadas.
Me acerco y le saludo, le digo "Hermano, salud.
¿Qué tienes y te mueres? ¿Dónde está tu herida?"

Tenía los ojos cerrados, entonces los abre
y miraba sin hablar y se toca en el cuello.
Con el dedo me muestra dos veces para que entienda
dónde tiene la herida y le ayude.

Le quito la lóriga del pecho y encuentro su herida
un poco por debajo de la garganta.
Prácticamente no lo tenía mordido .
Se ve que la fiera tenía colmillo ponzoñoso
que arrasó su vigor y perdió su aliento.
Y la ponzoña entró y le trabó por dentro.

Y poco a poco se iba como vela que se extingue.
Lloré y me acongojé mucho en aquel instante.
Le lloraba y compadecía como a un hermano del alma.
Pero penas, lágrimas, lloros no libran a los humanos.
Con el último aliento pedía que me quedara, no me fuera;
imaginaba que yo podía curar tal herida.

Me enseña el dedo donde lleva un anillo
y entendí que me lo daba de regalo como amigo.
Entonces oyeron sólo mis oídos una voz queda
y dijeron sus labios: "Te he perdido, Aretusa."
Eso dijo, nada más, y su vida acabó.
Con un amargo suspiro entregó el alma.

Estas manos que ves escavaron una fosa junto a él;
estas le cogieron y estas le enterraron.

Como lo oyera Aretí se quedó parada un rato
sin hablar y su dolor la hizo desvanecerse.

   Avellinou © 06-07-2017 @ 00:46

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο