Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
95339 Τραγούδια, 236765 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 

Inno alla Libertà - 1592 Αναγνώσεις         
    

Στίχοι: Διονύσιος Σολωμός
Μουσική: Νικόλαος Μάντζαρος
Πρώτη εκτέλεση:
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετρά τη γη.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
έλα πάλι, να σου πει.

Aργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
Και ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τάσκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε να λες
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
από την απελπισιά.

Κι έλεες: πότε, α! πότε βγάνω
το κεφάλι από τς ερμιές;
Κι αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
πλήθος αίμα Ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή.
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

Aλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
άλλ’ ανάσασιν καμιά
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.

Aλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
σύρε νάβρεις τα παιδιά σου,
σύρε ελέγαν οι σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολοκλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σου ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός, που για τς εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ’ άνθια και καρπούς.

Εγαλήνευσε και εχύθη
καταχθόνια μία βοή,
και του Ρήγα σου απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.

Όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.

Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
και εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά.

Μ’ όλον πούναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: Ψεύτρα Ελευθεριά.

Γκαρδιακά χαροποιήθη
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθη
που την έδεναν και αυτή.

Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το Λεοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ’ άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τς οργής.

Εις το κίνημά του δείχνει
πως τα μέλη είν’ δυνατά
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού.

Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

Άλλο εσύ δε συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγρικάς.

Σαν τον βράχον οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό.

Οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνια κορυφή.

Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ’ εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π’ αναλογιέται,
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά.

Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
Φρίκη, θάνατος, ερμιά.

Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πεθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
και ας είν’ άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως είν’ πολλά
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νάβρει η συμφορά.

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή.
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
Και στο κάστρο ν’ ανεβεί.

Μέτρα είν’ άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν.
Τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ’ , ώστε ν’ ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά
να, σας φθάνει, αποκριθείτε
στις νυκτός τη σκοτεινιά.

Αποκρίνονται, και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α! Τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός;
άλλος ύπνος δεν εγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί.

Και οι βροντές, και το σκοτάδι,
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον άδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

Τ’ ακαρτέρειε. Εφαίνοντ’ ίσκιοι
αναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

Όλη μαύρη μυρμηγικάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θέριασμένα
αστάχια εις τους αγρούς.
Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
αναβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό.

Εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν’ αίματα πηχτά,
και μες στ’ αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά,

Και χορεύοντας μανίζουν
εις τους Έλληνας κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθιά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου,
χωρίς να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει.
Λες και εκείθεν η ψυχή,
απ’ το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια οπού χουμάνε
περισσότερο είν’ γοργά.

Ουρανός γι’ αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη.
Γι’ αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα και η ζάλη,
που στοχάζεσαι, μη πως
από μία μεριά και απ’ άλλη
δεν μείνει ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

Και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία
σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή.
Πάνε πάντα εμπρός. Ω! Φθάνει,
φθάνει. Έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και Αλλά εφώναζαν, Αλλά
και των Χριστιανών τα χείλη
φωτιά εφώναζαν, φωτιά.

Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν φωτιά,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας Αλλά.

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί.
Παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.
Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτι αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
στων ψευδόπιστων το αστέρι
φύσα, φύσα εις το σταυρό.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι
δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.

Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες,
σαν το κύμα εις το γιαλό.
Αλλ’ οι ανδρείοι παλικαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι! Σηκωθείτε
και ξανάλθετε σ’ εμάς
τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείναν και Θανατικό
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δύο.

Και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ό,τι θέλεις ημπορείς,
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

Στη σκιά χεροπιασμένες,
στη σκιά βλέπω κι εγώ
κρινοδάκτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πώς ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, στα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ.
Φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

Σούλθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό.

Σ’ αυτό, εφώναξε, το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά
και φιλώντας σου στο στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή.
Βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ’ , άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ.

Α! Το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολεί,
και μακρόθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη,
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός
φως το χέρι, φως το πόδι
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
και εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει,
προχωρώντας ομιλείς
«Σήμερ’ άπιστοι, εγεννήθη
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει... Αφοκρασθείτε:
Εγώ είμ’ Aλφα, Ωμέγα εγώ
πέστε, που θ’ αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που μ’ αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δένδρα και θνητούς.

Και το πάν το κατακαίει,
και δε σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή".

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
του θυμού του είσαι αδελφή;
Ποίος είν’ άξιος να νικήσει,
ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται, και αφρίζουν
τα νερά, και τ’ αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν να ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, που πάτε
του Αχελώου μες στη ροή,
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή.

Να αποφύγετε! Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό.
Εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρήτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λαρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.

Ποιος στον σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί;
Ποιος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο οπού να νεκρωθεί;

Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ’ άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.

Σβιέται αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή
το χλιμίντρισμα, και οι κρότοι,
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

Έτσι ν’ άκουα να βουίξει
τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα Αγαρηνό.

Και εκεί πούναι η Αγία Σοφία,
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ’ άψυχα κορμία
βραχοσύντριφτα, γυμνά.

Σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ’ εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει.
Και η θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους, και ας μετρά.

Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δε φαίνεται και πλιό.

Και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός.
Πάντα, πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα και αφρός.

Α! Γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
μεγαλόφωνα, την ώρα
οπού εσβηούντο οι μισητοί.

Τον Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.

Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ’ ένα τύμπανο τερπνόν.

Και πηδούν όλες οι κόρες
με τις αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Εις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο για σε.

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ’ άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμιώνα αναζητεί.

Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίδει
του γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
στην ξηρά εσύ ποτέ
όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο για σε.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν’ πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.

Με επιθύμια να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.

Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι
και δε μνέσκει ένα κορμί
χάρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σ’ επέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.

Κειές τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α! Πλέον δεν ευλογεί.

Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς
κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος
ωσάν νάτανε φονιάς.

Έχει ολάνοικτο το στόμα
π’ ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ’ Aγιον Αίμα, τ’ Aγιον Σώμα
λες πως θε να ξαναβγεί.

Η κατάρα που είχε αφήσει
λίγο πριν να αδικηθεί
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει...
πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ’ ανησυχιά
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά.

"Παλληκάρια μου! Οι πολέμιοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά..

Απ’ εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική.
Αλλ’ ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουραμένοι από τη νίκη,
αχ! Τον νουν σας τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
πάρ’ το, λέγοντας, και συ.

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην `πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά.

Τέτοια αφήστενε φροντίδα
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσον λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!
καταστήστε ένα σταυρό,
και φωνάξετε με μία:
Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι’ αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν
και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να `κδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος
σαν του Αβέλ καταβοά
δεν είν’ φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε
να αποκτήσωμεν εμείς
λευθερίαν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας Πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε,
ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό
βασιλείς! Ελάτε, ελάτε, Και
κτυπήσετε κι εδώ".


Lyrics: Dionysios Solomos
Musica: Nikolaos Mantzaros
Prima esecuzione:
Te dal filo spaventoso -
riconosco della spada,
E dal guardo bellicoso -
che trascorre ogni contrada.

Dalle sacre ossa uscita -
degli Ellen m'appari qua
Nella prisca tua statura -
salve, oh salve, Libertà!

Dentro a quelle dimoravi -
nel dolore peritosa.
Ed un labbro tu attendevi, -
che dicesse: Oh, vieni e osa.

A venir tardava il giorno, -
e silente tutto stava,
L'offuscavano minacce -
e servaggio lo schiacciava.

Sfortunata! Ché restava -
un conforto a te soltanto:
Le grandezze antiche a dire -
e a narrarle pur nel pianto.

E aspettando e aspettando -
liberale un' orazione,
Una man battea l'altra -
per la gran disperazione.

E dicevi: quando, ahi, quando -
levo il capo dallo speco?
E dall'alto rispondeva -
di catene e pianti un'eco.

Ecco allor levavi un guardo -
fosco e a' pianti mescolato
E intrideva la tua veste -
greco sangue prodigato.

Con le vesti insanguinate -
so che uscivi in guise ascose
A impetrare in stranie terre -
nuove braccia generose.

Solitario il piè si mosse, -
solitario il passo riede.
Ardue son tutte le porte -
se 'l bisogno bussa e chiede.

L'uno pianse sul tuo petto, -
l' altro un poco sospirò,
Altri ancor t'offrì rispetto -
e crudele t'ingannò.

Altri ahimé a cui tue pene -
eran gaudii voluttuosi
Orsù, va' e i tuoi figli trova, -
vanne! dissero impietosi.

A ritroso il piede fugge -
su le pietre e le cicorie,
Svelto corre e i campi calca -
già preclari di tue glorie.

In abbietta umiliazione -
chino sta 'l tuo capo mesto
D'accatton che batte agli usci -
ed il viver gli è molesto.

Ma ora sì, contro si batte -
ogni figlio tuo più forte,
E non cessa d' agognare -
la vittoria ovver la morte.

Dalle sacre ossa uscita -
degli Ellen m'appari qua
Nella prisca tua statura -
salve, oh salve, Libertà!

Al veder tal furia il cielo, -
che tuo' fiori e frutti alleva
E in la terra onde nascesti -
al nemico concedeva,

S'ammansì, e dal profondo -
come in corsa un rombo andò
E la voce del tuo Rigas -
a dir guerra si levò.

Ogni plaga t' acclamava -
salutandoti in ardore,
E gridarono le bocche -
quanto già sentiva il cuore.

Alle stelle salì il grido -
pur dall' isole di Ionio,
E le mani allor chiamaron -
il lor gaudio a testimonio.

Ma ogni cosa tu sapevi -
ch' era ad arte incatenata,
E recava scritto in fronte -
Libertà Adulterata.

S'allietò ben in suo cuore -
pur di Washington la terra,
Nel ricordo di quei ferri -
che spezzò con fiera guerra.

Dalla torre sua ti chiama, -
come in voce di famiglia,
La criniera sua scuotendo -
il leone di Castiglia.

Conturbato l'anglo pardo -
presto trasse dal suo regno
Contro i termini di Russia -
alti mugli di suo sdegno.

Da que' fremiti dimostra -
qual certame lo risguardi
E corruschi sull'Egeo -
fa fluttuare i propri dardi.

E dai nembi l'occhio affisa -
la grand'Aquila rapace
Cui le penne e l' unghie nutre -
dell'Italia il suol ferace.

E rivolta verso te, -
poiché t'odia insino all'ossa
Cra e cra facea la perfida -
per ferirti di sua possa.

Persuadendoti la fede -
che a te verrà il primato,
Tu non smenti e non punisci -
se una voce t'ha insultato,

Pari a scoglio cui non cale -
l'onda immonda e spumeggiante
Che gli corre lungo il piede -
e svapora in un istante,

E che lascia pur che 'l mare -
e la piova e la tempesta
Gli schiaffeggino, oh inani, -
l'alto sommo della testa.

Pianga sè, pianga sè stesso -
se talun vuolsi trovare
Al di sotto di tua spada -
ed a quella contrastare.

Come belva, che infierisce -
quand' è persa la sua prole,
E da sé fuor esce e smania, -
ed umano sangue vuole,

Corre, corre per la selva -
per la valle e 'l monte aderto
E ove giunga solo lascia -
con orror morte e deserto,

Anche tu dove passasti -
fûr deserto morte e orrore:
Una spada in te snudata -
vie più infiamma il tuo valore.

Ecco innanzi a te sta il muro -
della flebil Tripolizza
E un baleno di terrore -
a scagliarle il cor t'aizza.

Largo il guardo, largo il cuore -
svelan Nike a' valorosi
Ben che là sie d'armi pieno -
e di gridi bellicosi.

Arrotando i denti a sfida -
mostra l'oste immane possa,
Non ti cal di tanta schiera, -
al tremor non cedon l'ossa?

Pochi occhi, poche bocche -
resteranno a voi aperti
Per compianger tanti corpi -
quanti Allah vorrà diserti.

Balzan giù, e già divampa -
un bagliore di battaglia,
Il fucil è fuoco, fulmina -
e corrusco il ferro taglia.

Ma la zuffa già si spegne. -
Poco il sangue, poco dura.
Il nemico si rivolge -
e dell'arce vuol le mura.

Taci...innumeri i fuggiaschi -
vedi pieni di sgomento
Nelle terga ognor percossi -
arrancare a salvamento.

Dentro lì chiusi aspettate -
la rovina che v'inghiotte?
Già v' è sopra, contrastate -
pur nell'ombre della notte!

Tanta sfida non fu in vano -
e la pugna muta fronte
E rimbomba come tuono -
e distante echeggia il monte.

Senti sorde fucilate -
colpi d'azza e schianti senti
Un cozzar di mille spade, -
lo stridor di mille denti.

Ah, qual notte quella fu -
che 'l pensier ne trema forte?
Né altro suono s'udì più -
fuor che 'l lagno della morte.

L'ora buja e 'l loco cupo, -
lo spavento e l' urla dire,
L'infuriar crudo di Marte -
e di fumo l'atre spire,

Ed i tuoni, e la tenébra, -
che agli scoppi si squarciava
Eran scena dell'inferno -
che quei cani reclamava.

Reclamavali. E nude -
ombre innumeri vaganti
Tu vedevi di fanciulle -
di vegliardi e di lattanti.

Come un nero formicaio -
son, que' morti ancor eretti,
Come il drappo che fa neri -
de' passati i cataletti.

L'un via l'altro i mietitori -
li svellevano dal luogo.
Tanti fûr, quant' ebbe sparso -
sangue elleno il turco giogo!

Quanti cadono gli steli -
che si falcian nei coltivi
Tutti quasi i tetri loci -
di quei corpi or vedi stivi.

Van lucendo rade stelle -
rivolgendosi nel cielo
Per mirar di sovra il castro -
in mortal silente gelo.

Tal nell'imo della piana -
e del bosco nell'orrore
Di sottil falce di luna -
vaporando va un chiarore.

Se ad un tratto i venti posan -
senza strepito sui rami,
Non per ciò nell'ombra cessan -
d'agitarsi i lor fogliami.

Gli occhi lor ricercan dove -
atro il sangue più s'addensa
E nel sangue un ballo s'apre, -
rochi rugghî dan cadenza,

E danzando fuor di senno -
si fan presso ai petti greci
E li sfioran protendendo -
fredde mani come preci.

Tal blandizia scende in vano -
di lor viscere nell'imo,
e risal fatta dolore -
al sentir lor odio primo,

Ma crudel di guerra triplica -
la carola sanguinaria
Par che spazzi un aquilone -
la marina solitaria,

E da sopra e pur da sotto -
giungon colpi che dan morte
Non fa d'uopo dar due fiate -
se la man guida la sorte.

Ogni corpo suda, gronda -
ed in quel tu vedi l'anima
Che rovente di furore -
per gittarsi in fuori ansima.

Come un maglio batte il cuore -
lentamente dentro i petti
E la mano che s'abbatte -
par che più del cor s'affretti.

Per costor più non v'è cielo -
non più mare non più terra
Per lor tutto l'universo -
in un punto si rinserra.

Tanta furia e tanta ebbrezza -
fan pensar che non fu dato
Che in nessuno di que' lochi -
uno sol fossi scampato.

Vedi braccia senza speme, -
che gran messe avvien d'umani!
Cadon giù troncati e monchi -
teste e membra e piedi e mani,

Iatagani e bandoliere -
e cerébri fuor da' crani,
Nello stesso orrendo ammasso -
ve' cimieri e vivi brani.

Né ritegno alcuno pone -
no, nessuno nel flagello
Non han freni. Oh basti ora! -
Fino a quando tal macello?

Chi vorrà lasciare il campo -
pria che all'ora di morfeo?
Non ancora stanco il braccio -
vuol più grande il gran trofeo.

Son rimasti in pochi i cani -
e gridavano ad Allah
E le labbra dei Cristiani -
fuoco - gridan, fuoco da'!

Si battean da leoni -
fuoco, fuoco ognor gridando
E l'immondo andava in pezzi -
il suo Allah alto invocando.

Regna ovunque la paura, -
regnan gemiti e sospiri
Regna il pianto ed il travaglio -
di chi dà i fatal respiri.

Furon tanti! Non più fischia -
agli orecchi morti il piombo
La quartana aurora è giunta -
e di guerra ha spento il rombo.

Come fiume il sangue scorre -
e ruscella all'ime ville,
Dove l'erba ignara beve -
non rugiade ma atre stille.

Or d'aurora, o molle aura, -
più non molci l'astro atroce.
Ora soffia, soffia, oh soffia -
sui fedeli e sulla CROCE!

Dalle sacre ossa uscita -
degli Ellen m'appari qua
Nella prisca tua statura -
salve, oh salve, Libertà!

Ecco i campi di Corinto: -
non riveste qui soltanto
I vigneti, l'onde, i boschi -
del gran sole l'ampio manto.

Or non va per l'aura cheta -
della tibia l'esil canto
Né d'armento remissivo -
il belar simìle al pianto.

Mille e mille in schiera vedi -
correr come l'onde il mare
E a pié fermo i nostri prodi -
che li stanno ad aspettare.

O trecento! Risorgete -
e accorrete redivivi
A veder che 'l vostro seme -
frutta ancor su' nostri clivi.

Il nemico si sparpaglia -
da terrore cieco vinto
E in affanno si dilegua -
dentro il cerchio di Corinto.

Du' schelétri loro invia -
ad aprir bino sentiero,
Pestilenza e Carestia, -
di Sterminio l'Angiol nero.

E crollando sopra l'erbe -
qui e là disperso muore
Miserevol chi è scampato -
alla rotta ed al furore.

E immortal, tu dea, tu -
che se vuoi hai potestà,
Sanguinosa scorri il campo, -
immortale Libertà.

Qui nel rezzo vedo anch'io -
un corteo che s'avanza
Intrecciandosi le mani -
di fanciulle in dolce danza.

Di sottil dita un candore, -
un rotar d'occhi maliardi
Un fluttuar di crini d'oro -
e corvini or tu riguardi.

L'alma mia ora trasale -
come i sen di tai beltà
Che maturan dolce latte -
di valore e libertà.

Tra quest' erbe e questi fiori -
il mio nappo è rotolato
E a canzoni liberali -
come un Pindaro do fiato.

Dalle sacre ossa uscita -
degli Ellen m'appari qua
Nella prisca tua statura -
salve, oh salve, Libertà!

Fosti ancora a Missolungi -
nel Natale del Signore
Quando grata al sommo Padre -
quella terra stava in fiore.

Religion ti venne innanzi, -
con la croce sfolgorava
E del cielo l'ampie porte -
con il dito ti mostrava.
.
Ritta statti in questa ripa -
che m' è cara, ti gridò
E baciata la tua bocca -
nel suo tempio penetrò.

Alla Mensa allor s'accosta -
e d'incenso il vago fumo
Le si addensa tutt'intorno -
e diffonde il suo profumo.

E lì ode il salmeggiare -
onde fu lei stessa altrice
Da una turba a' piè dei Santi -
che di faci è portatrice.

Chi son questi che col piede -
fan rombare la scalera
Agitando mille spade? -
Anco tu sei di lor schiera.

Ah! la luce che t'adorna -
e scintilla come un sole
Non può esser della terra, -
anzi è il cielo che la vuole.

Un baglior foggiato in fiamma -
ti son occhio labbro e faccia,
Luce è il pié, luce la mano, -
luce l'aura che t'abbraccia.

Con la spada tua levata -
di tre passi ecco t'avventi,
E t'accresci come torre, -
ed al quarto dài fendenti.
.
E con voce risoluta -
Mentre avanzi parli e dici:
«O infedeli, oggi è nato -
Chi riscatta gl'infelici.

«Lui lo disse... e L'ascoltate: -
io Principio son e Fine
Se m'adiro qual rifugio -
troverete voi alfine?

«Implacabil su di voi -
pioverà tal fiera arsura
Che la fiamma dell'abisso -
vi sarà grata frescura.

«Come ceppi essa consuma -
erte innumeri e altipiani
Da' lor sommi insino agl' imi, -
e animali e fronde e umani.

«Par che arda l'universo -
e non salvasi un respiro
Solo soffia di sottile -
e arsa polve un lieve spiro.

Va sui labbri una domanda: -
sei tu forse la sorella
Della collera celeste? -
Non dai scampo in tua procella!

E la terra del tuo braccio -
sa la forza portentosa
Che vuol tutta sterminare -
la genìa a Cristo odiosa.

E la senton le fiumane -
ribollenti alla riviera
E 'l lor rombo mi percuote -
come l'urlo d'una fiera.

Sciagurati, dove andate -
d'Acheloo nelle correnti,
E con studio vi provate -
di sfuggir a nostre genti?

Desistete! Gonfio è il gorgo -
e nell'onda paurosa
Non pugnando troverete -
sepoltura vergognosa.

Maledice mugghia grida -
il nemico in mille gole
E del fiume il gorgogliare -
par ridir l'empie parole.

Scalpitando si scompiglian -
de' cavalli le tre schiere,
E ciascun nitrendo scaglia -
giù nei gorghi il cavaliere.

Chi protende la sua mano -
al compagno per aita
Trova e dà morsi arrabbiati -
che gli vietan sangue e vita.

Vedi teste disperate, -
gli occhi aperti strabuzzati,
Alle stelle sollevarsi -
pria di dar gli estremi fiati.

Van morendo, e più s'accresce -
d'Acheloo la prima foga,
I nitriti dei cavalli -
e 'l rugliare di chi affoga.

Tal vorrei mi fosse dato -
dell'Oceano nel seno
Di sentir l'urlo strozzato -
d' ogni figlio d'Agareno!

E dov'è Santa Sofia -
sui suoi sette santi colli
Ricadessero quei corpi -
nudi e franti sempre volli.

L'un sull'altro via li spazzi -
l'anatema del Signore,
E 'l fratello della Luna -
li raccolga in disonore.

Quante pietre tante tombe -
su cui grave si confà
Che vi calchino il lor piede -
Religione e Libertà.

Qui un cadavere risale -
allungato, a muso sotto,
E là un altro si sprofonda -
e scompare dentro il fiotto.

E vie più la furia monta -
più s'adira gonfio il fiume,
Sempre e sempre più trabocca -
in gran strepito di schiume.

Ah, perché non ha la possa -
di Mosé la voce mia?
Rimbombava in quel momento -
quando quella gente ria

Si spegneva dentro l'onda -
e Jahvé ei ringraziava
Del mar Rosso sulla sponda -
e gran turba l'ascoltava

E d' Aronne la sorella, -
la profetica Maria,
Con un sistro delizioso -
secondava l'armonia

E danzavan tutte quante -
le fanciulle a braccia aperte
E cantavan coi tamburi -
da ghirlande ricoperte.

Dalle sacre ossa uscita -
degli Ellen m'appari qua
Nella prisca tua statura -
salve, oh salve, Libertà!

Sulla terra ogni sua gente -
sa che mai puoi esser vinta
Ma che dico? Pur dal mare -
quanta gloria serbi attinta!

Onde allarga l' Oceàno -
sulla terra senza posa,
La circonda ed è l'imago -
di tua forza luminosa.

E sussulta con frastuoni -
che l'orecchio n'è sgomento
E ogni legno anela a un porto -
che l'accolga a salvamento.

E poi mostrasi il sereno -
e del sole lo splendore,
Da lassù l'azzurro cielo -
fa più vivo ogni colore.

Sa che mai puoi esser vinta -
sulla terra ogni sua gente
Ma che dico? Il mare ancora -
di tua gloria è conoscente.

Di gran corsa ecco passare -
infiniti bastimenti,
Una selva son le antenne -
e han le vele gonfie ai venti.

Contra a lor movi lo stuolo -
con ciò che sia rado e poco,
Questi prendi e quelli scacci -
altri ancor li vince il foco.

E ti osservo che t'affisi -
con ardor su du' giganti,
E ferali scagli lampi -
tosto che ti son davanti.

Vanno a segno, e l' accompagna -
un rimbombo portentoso,
Rossa allargasi una nube -
e n' è il mare sanguinoso.

Là s'affogan gli amiranti, -
l' empie spoglie afferra il mare:
Patriarca, in mar gittato, -
or ti lice d'esultare.

Fidi ed emuli in segreto -
per la Pasqua riuniti
A una man già al ciel chiamata -
deste labbri spauriti.

Quegli allori che spargeste -
non più mai ei calcherà
Né la mano che baciaste -
a ben dir più s'alzerà.

Ciascun pianga, il pianto or giova: -
della Chiesa il pio pastore
Ad un laccio fu sospeso -
come infame malfattore.

Ve' la bocca ancor dischiusa -
che già accolse in santità
Del Signore il Corpo e 'l Sangue -
e che par rinnovi qua

L'anatema suo supremo -
pria che 'l cappio lo vietasse
Sopra a quel che pur potendo -
alla pugna ripugnasse.

Ben lo sento come tuona -
senza cessa in terra e in mare
E mugghiando si consacra -
in eterno a folgorare.

Il cuor mio è palpitante. -
Ma che vedo? Libertà
Con l'imperio del suo dito -
mi comanda: «Taci già!»

Su l'Europa la gran dea -
triplo un guardo inquieta volge;
Poi su l'Ellade l'affisa, -
la parola le rivolge:

«Prodi miei, so ben qual festa -
è la guerra ai vostri occhi,
E ch' a voi ne' gran cimenti -
non si sciolgono i ginocchi.

«E da voi lontana fugge -
ogni forza del nemico,
Ma una resta, ed è capace -
di sfrondarvi il lauro antico.

«Una sì, ma allor che stanchi -
di vittorie ritornate
E sembrate ardenti lupi -
vostre menti ahi le donate.

«La Discordia ammaliatrice -
reca un scettro e a ognun lo porge.
Ancor tu lo prova, dice. -
Ride poi, se invidia sorge.

«Quello scettro che promette -
vaga forma ha in verità.
V'astenete, vi comando: -
reca pianto e iniquità.

«Dalla bocca invidïosa -
anatema a chi vagelli
E presuma di sé degno -
mover l'oste a' suoi fratelli.

«Mai non pensi lo straniero, -
giusto a vostro inver disdoro:
Se fra lor tant'odio regna -
libertà non è per loro.

«Deponete tali cure: -
tutto il sangue ognor versato
Per la patria e per la fede -
vo' ch' egual venga pesato.

«Per quel sangue che sereni -
date per le libertà
Vi scongiuro, v'abbracciate -
come vuol fraternità.

«Quanto manca misurate, -
quai conquisti ancor da fare:
La vittoria i passi uniti -
sempre segue per premiare.

«Rinomati nel valore, -
una Croce sventolate
E gridate ad una voce: -
O Monarchi, qui guardate!

Quest' è il Segno, al cui omaggio -
ancor voi vi prosternate,
Per il quale insanguinati -
ne' cimenti ci lodate.

Lo ricoprono d'obbrobri -
questi cani mai placati
E la fede è calpestata -
e i suoi figli sterminati.

Innocente per sua causa -
si sciupò sangue cristiano,
Che dall'imo della notte -
vuole vindice una mano.

Non l'udite, o dive icone -
tale voce supplicante?
Tanti secoli son scorsi -
ma non tacque un solo istante.

Non l'udite? In ogni luogo -
è d' Abél la stessa voce:
No, di vento non è un soffio -
tra le chiome via veloce.

Che farete? Ci lasciate -
far noi stessi liberati,
O di nuovo ci perdete -
per ragion de' vostri Stati?

S' è cotesto che tramate -
una Croce qui vedete
Che vi chiama, o re sovrani: -
qui venite e vi battete!»

   Gian Piero Testa, Gian Piero Testa © 27-08-2014 @ 19:48

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο