Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
110751 Τραγούδια, 252713 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 

Howl (I) - 1839 Αναγνώσεις         
    

Στίχοι: Allen Ginsberg
Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Χαρά Αργυροπούλου

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου,
χαλασμένα από την τρέλα,
λιμασμένα υστερικά γυμνά,
να σέρνονται μέσα στους μαύρους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση,
φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια,
που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας
στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων,
αρμενίζοντας πάνω από τις κορφές των πόλεων
αφοσιωμένοι στη τζαζ,
άνοιγαν το μυαλό τους στα Ουράνια
κάτω απ’ τον εναέριο σιδηρόδρομο
και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους
τρεκλίζοντας φωτισμένοι
σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών

Αποβλήθηκαν απ’ τις ακαδημίες
γιατί ήταν λέει τρελοί
κι εξέδιδαν άσεμνες ωδές
στα παράθυρα της νεκροκεφαλής
τρέμανε σ’ αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα,
καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων
και στήνοντας αυτί
στον Τρόμο μέσα απ’ τον τοίχο
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας
ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας γεγονότα και μνήμες
κι ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε
και σοκ νοσοκομείων και φυλακών
και πολέμων, ολόκληρες διάνοιες
που ξεράστηκαν αναπολώντας με απόλυτη ακρίβεια
επτά μέρες και νύχτες
με μάτια που άστραφταν,
κρέας για τη Συναγωγή
πεταμένο στο πεζοδρόμιο

Έκαναν τρύπες από τσιγάρα στα μπράτσα τους
διαμαρτυρόμενοι για την ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου,
του καπιταλισμού,
έσπασαν κλαίγοντας
σε λευκά γυμναστήρια
γυμνοί και τρέμοντας
μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών,
βήχανε στον έκτο όροφο
στεφανωμένοι με φλόγα
κάτω από τον φυματικό ουρανό
πλαισιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας
μαγείρεψαν σάπια ζωα,
πλεμόνια, καρδιές, πόδια, ουρές
κάνοντας όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών
ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα
ροκεντρολλάροντας ανυπέρβλητες επωδές
που στο κίτρινο πρωινό
ήταν στροφές ασυναρτησιών
χωθήκανε κάτω από φορτηγά ψυγεία κρεάτων
ψάχνοντας για ένα αυγό,
πέταξαν τα ρολόγια τους απ’ την ταράτσα
για να ρίξουν την ψήφο τους
υπέρ της Αιωνιότητας έξω απ’ τον Χρόνο,
και ξυπνητήρια πέφταν κάθε μέρα στα κεφάλια τους,
καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία,
κόψανε τις φλέβες τους
τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς
το πήρανε απόφαση
και αναγκάστηκαν ν’ ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες
όπου νιώθαν πως γερνούν και κλαίγανε
και γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί
αλλά με ματωμένο το κεφάλι
και τα δάκρυα και τα δάχτυλα,
σ’ ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας
των θαλάμων των τρελοπόλεων
λογομαχώντας σε βρωμερά δωμάτια
με τους αντίλαλους της ψυχής,
χορεύοντας ροκ στις μεσονύχτιες
παντέρημες εκτάσεις της αγάπης,
ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς
κορμιά που γινήκαν πέτρα
βαρειά σαν το φεγγάρι


Lyrics: Allen Ginsberg
Music: Lakis Papadopoulos
First version: Hara Aryyropoulou

I saw the best minds of my generation
destroyed by madness,
starving hysterical naked,
dragging themselves through the negro streets at dawn
looking for an angry fix,
who poverty and tatters and hollow-eyed
and high sat up smoking
in the supernatural darkness of cold-water flats
floating across the tops of cities
contemplating jazz
who bared their brains to Heaven
under the El
and saw Mohammedan angels
staggering on tenement roofs
illuminated

who were expelled from the academies
for crazy
& publishing obscene odes
on the windows of the skull,
who cowered in unshaven rooms in underwear,
burning their money in wastebaskets
and listening to
the Terror through the wall
yacketayakking screaming
vomiting whispering facts and memories
and anecdotes and eyeball kicks
and shocks of hospitals and jails
and wars, whole intellects
disgorged in total recall
for seven days and nights
with brilliant eyes,
meat for the Synagogue
cast on the pavement,

who burned cigarette holes in their arms
protesting the narcotic tobacco haze
of Capitalism,
who broke down crying
in white gymnasiums
naked and trembling
before the machinery of other skeletons
who coughed on the sixth floor of Harlem
crowned with flame
under the tubercular sky
surrounded by orange crates of theology,
who cooked rotten animals
lung heart feet tail
dreaming of the pure vegetable kingdom
who scribbled all night
rocking and rolling over lofty incantations
which in the yellow morning
were stanzas of gibberish,
who plunged themselves under meat trucks
looking for an egg, -
who threw their watches off the roof
to cast their ballot
for Eternity outside of Time,
& alarm clocks fell on their heads every day
for the next decade,
who cut their wrists
three times successively unsuccessfully,
gave up
and were forced to open antique stores
where they thought they were growing old and cried
returning years later truly bald
except for a wig of blood,
and tears and fingers,
to the visible madman doom
of the wards of the madtowns of the East,
bickering
with the echoes of the soul,
rocking and rolling in the midnight
solitude-bench dolmen-realms of love,
dream of life a nightmare,
bodies turned to stone
as heavy as the moon

 Great part of the original text is misssing, and its verses are much longer.
   Avellinou © 07-08-2014 @ 09:37

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο