Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
100472 Τραγούδια, 242975 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 

Parlo (M. Anaghnostakis) - 1682 Αναγνώσεις         
    

Στίχοι: Μανώλης Αναγνωστάκης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη

Άλλες ερμηνείες:
Αντώνης Καλογιάννης
Πέτρος Πανδής
Μανώλης Μητσιάς
Μίκης Θεοδωράκης

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
τους μαστροπούς ποιητές που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματα Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί γαλήνιοι το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.


Lyrics: Manolis Anaynostakis
Musica: Mikis Theodorakis
Prima esecuzione: Maria Farantouri

Altri spettacoli:
Antonis Kaloyiannis
Petros Pandis
Manolis Mitsias
Mikis Theodorakis

Parlo degli ultimi squilli di tromba degli eserciti vinti
degli ultimi brandelli dei nostri vestiti della festa,
dei nostri figli che vendono sigarette per la strada.
Parlo di fiori seccati sulle tombe e marci per la pioggia,
di case senza finestre sogghignanti come cranii sdentati,
di ragazze mendicanti che mostrano i seni e le ferite.
Parlo di madri scalze vaganti tra le rovine
delle città incendiate, di cadaveri ammucchiati per le strade,
di poeti lenoni che tremano di notte sulla soglia.
Parlo di notti senza fine quando la luce muore allo spuntar del giorno,
di camion pieni di gente e di passi sul fradicio selciato.
Parlo di ingressi di prigioni, delle lacrime del condannato a morte.

Ma soprattutto parlo dei pescatori,
che, abbandonate le reti, seguirono i suoi passi
e quando lui fu stanco non riposarono
e quando lui tradì non rifiutarono
e quando lui fu acclamato distolsero lo sguardo
e quando gli amici li coprivano di sputi e li mettevano in croce
loro sempre sereni imboccarono la strada senza fine
e non piegarono lo sguardo

Eretti e soli nella solitudine terribile della folla.

   Gian Piero Testa, Gian Piero Testa © 08-05-2013 @ 01:48

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο