Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
72369 Τραγούδια, 225327 Ποιήματα, 27190 Μεταφράσεις, 26567 Αφιερώσεις
 

Requiem - 676 Αναγνώσεις         
    

Στίχοι: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Πως το `φεραν ο Χρόνος κι ο Καιρός
σε τραγουδιάρα Χώρα μοναχός
καλογεράκος γκρίζος, σκονισμένος ψαλμός
αποδεκατισμένος, κρυφός, κλεισμένος, σιωπηλός.

Κλείνεις καλά το σπίτι σου
γεμίζεις το ποτήρι σου
βαφτίζεις το κλειδί σου Φυλακή
ό, τι σ’ ελευθερώνει, σε κλειδώνει
κι ό,τι σε φανερώνει είναι που δεν το διάλεξες εσύ.

Είσαι άλλος ένας μέσα στους πολλούς
δωμάτιο σ’ ένα σπίτι από καπνούς
κι είσαι μια τυφλωμένη καπνοδόχος
κι ο κουρασμένος ξενοδόχος
του άφραγκού σου εαυτού.

Κλείνεις το παραθύρι σου
και σπάζεις για χατήρι σου
τη Λέξη που αγαπούσες πιο πολύ
ό, τι δε σε σκοτώνει σε χρεώνει
κι ό,τι σε ξεπληρώνει είναι η αφεντιά σου η μισή.

Μια μέρα θα βγω από το σπίτι και θα έχουν φύγει όλοι
παντού ερημιά, όλα παρατημένα ανοικτά
ένα ξυπνητήρι θα χτυπά και κανείς δε θα το κλείνει.

Ήρθε το Τέλος του Κόσμου
Μπήκαν σε κάτι τεράστια ιπτάμενα κλουβιά
και φύγαν να γλιτώσουν
όσους δε χώρεσαν τους σκότωσαν
κι έμεινα μόνος.

Μα πως δεν το έμαθα;
Το είπε το ραδιόφωνο, το είχα κλείσει
Το είπε η τηλεόραση, την είχα σπάσει
Το είπαν οι αρμόδιοι, δεν ψήφισα
Κι έμεινα εδώ.

Θα βάλω τα καλά μου
Θα ανέβω στο λόφο
να δω το τελευταίο ηλιοβασίλεμα
θα θυμηθώ ένα παραμύθι
κάπου μακριά οι άνθρωποι
θα νομίζουν πως είναι ακόμα ζωντανοί;

θα ξημερώσει ο Πόνος και θα δεις
το Φως της Σταυρωμένης Κυριακής
θα ‘ναι το Σύννεφο άδειο δίχως λόγια σταματημένα τα ρολόγια
θα ακούν τον χτύπο της βροχής

Κλείνεις καλά τ’ αυτιά σου
και στ’ αγέννητα παιδιά σου λες
τα όνειρα που δεν πρόλαβες να δεις
Ό,τι κι αν σε γλιτώνει, δε σε σώνει
σε γατζώνει στην αγχόνη της κρυμμένης σου ζωής


Text: Alkinoos Ioannidis
Musik: Alkinoos Ioannidis
Uraufführung: Alkinoos Ioannidis

Als hätten ihn die Zeit und die Zeitläufte
im Liederland hervorgebracht, einen einsamen,
mönchsgrauen, verstaubten Psalm
dezimiert, versteckt, verschlossen, verschwiegen.

Du schließt dein Haus gut ab,
du füllst dein Glas,
du taufst deinen Schlüssel, Wärter
das, was dich befreit, schließt dich aus,
das, was dich gerettet hat, ist nicht das, was du gewählt hast.

Du bist anders unter den vielen,
ein Zimmer in einem Haus aus Rauch,
und du bist wie ein verblendeter Schornstein
und ein müder Hotelier
deiner selbst, der du völlig abgebrannt bist.

Du verschließt dein Fenster
und brichst dir zuliebe
das Wort, das du mehr geliebt hast,
das, was dich fertig macht, belastet dich
und dein Zahlungsmittel ist deine Vornehmheit halbwegs.

Eines Tages werde ich aus dem Haus gehen und alle werden weg sein,
überall Wüste, alles kritisch beobachtet, aber nicht bemerkt,
wie ein Wecker, der klingelt, und niemand, der ihn ausstellt.

Das Ende der Welt war gekommen,
sie sind in eine Art riesige fliegende Käfige gestiegen,
sie flogen weg und retteten sich,
diejenigen, die ihnen nicht passten, brachten sie um,
und ich bin allein zurückgeblieben.

Aber wie habe ich das erfahren?
Das Radio brachte es, ich habe es ausgeschaltet,
das Fernsehen brachte es, ich habe es kaputt gemacht,
die Zuständigen sagten es, ich habe sie nicht anerkannt,
und ich bin hier zurückgeblieben.

Ich werde tun, was für mich gut ist,
ich werde auf den Hügel steigen,
um den letzten Sonnenuntergang zu sehen,
ich werde an ein Märchen denken,
irgendwo weit weg die Menschen,
werden sie glauben, dass sie noch lebendig sind?

Der Schmerz wird sich bemerkbar machen und du wirst
das Licht wie am Ostersonntag sehen,
es wird eine leere Wolke ohne Worte sein, die Zeit stehen geblieben,
sie werden den Regen prasseln hören.

Schließe gut deine Ohren
und erzähle sie deinen ungeborenen Kindern,
die Träume, die du nicht geschafft hast zu sehen,
das, was dich gerettet hat, reicht dir nicht,
es heftet dich an den Galgen deines versteckten Lebens.

   lipsia © 25-03-2013 @ 01:47

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο