Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
68917 Τραγούδια, 220580 Ποιήματα, 26564 Μεταφράσεις, 26564 Αφιερώσεις
 

Die Schicksalsergebenen - 619 Αναγνώσεις         
    

Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Άλλες ερμηνείες:
Φώτης Δήμας
Καίτη Χωματά
Μίκης Θεοδωράκης
Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου
Γιώργος Νταλάρας     Φωνητικά: Μιλτιάδης Πασχαλίδης

Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!


Text: Kostas Varnalis
Musik: Mikis Theodorakis
Uraufführung: Yriyoris Bithikotsis

Weitere Aufführungen:
Fotis Dimas
Kaiti Homata
Mikis Theodorakis
Horodia Terpsihoris Papastefanou
Yioryos Ntalaras     Fonitika: Miltiadis Pashalidis

In der Kellertaverne,
in einer Luft voll Rauch und derben Worten
(oben kreischt die Laterne)
die ganze Gesellschaft hat gestern abend getrunken
gestern wie alle Abende,
um die Sorgen runterzuspülen.

Zusammengedrängt einer neben dem anderen
spuckte irgendwo einer auf die Erde.
Oh! Welch große Qual
ist die Qual des Lebens!
Wie sehr man sich den Kopf auch zermartert,
man erinnert sich an keinen frohen Tag.

Sonne und blauer Himmel
und verschwenderische Tiefe des Himmels!
Oh! Gelb wie Verbandmull am Morgen,
fleischfarben am Abend,
scheint ihr und verblaßt weit weg von uns,
ohne unser Herz zu erreichen!

Der Vater des einen seit zehn Jahren nun
gelähmt, nur noch ein Geist
die Frau des anderen hat nur noch kurz zu leben
zu Hause in Auflösung wegen der Schwindsucht
in Palamidi der Sohn des Masi
und die Tochter des Javi in Gasi.

Schuld ist unser blödes Schicksal!
Schuld ist Gott, der uns haßt!
Schuld ist unser kranker Kopf!
Schuld ist zu allererst der Wein!
Wer ist schuld? Wer ist schuld? Kein Mund
findet die Antwort und sagt sie.

So also in der düsteren Taverne
trinken wir und sind immer gebückt.
Jede Ferse, die uns ausmacht,
tritt uns - wie die Würmer!
Feige, schicksalsergeben und willensschwach zusammen,
warten wir, dass vielleicht ein Wunder geschieht!

   lipsia © 07-02-2012 @ 19:16

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο