Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
100472 Τραγούδια, 242989 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 
Ελευθερη μεταφραση

Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει
σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά
κάθε απομεσήμερο στο παλιό μας στέκι
πίσω απ’ το μαγέρικο του Ντελη βοριά

Κι όλα μοιάζαν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο
κι όλα μοιάζαν ουρανός και γλυκό γλυκό ψωμί

Γνώριζες τα βήματα ξέκρινα τους ήχους
και φωτιές ανάβαμε με σβηστή φωνή
τις βραδιές συνθήματα γράφαμε στους τοίχους
πέφταμε φωνάζοντας κάτω οι Γερμανοί

Κι όλα μοιάζαν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο
κι όλα μοιάζαν ουρανός και πικρό πικρό ψωμί

Τάχα τι να ζήλεψαν στα χλωρά σου μάτια
που γιομαν τ’ απόβραδο γλύκα πρωινή
ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια
κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή

Κι όλα γίναν κεραυνός πελαγίσια αρμύρα
κι όλα γίναν κεραυνός και πικρό πικρό ψωμί


The afternoon appeared struggling to move like an old car going uphill
Every afternoon you and I would meet at our hideout behind the cookery of Dellivoria

And all would appear like the clear blue sky and would smell like freshly baked sweet bread

You recognized their steps and I discerned their sounds as we silently prepared our paint
When the night came, we’d paint our rallying cries on the walls, falling down we would shout: down the Germans

And all would appear like the clear blue sky and would smell like freshly baked sweet bread

I wonder what they envied in your moist eyes that fill the night with the sweetness of the early morning
And when you fell, they finally set, one Saturday evening in Kaisariani

And then the lightning came and the saltiness of the sea, and the bread turned bitter.

Η παραπάνω μετάφραση είναι στο στάδιο της εξέτασης και δεν έχει ελεγχθεί καθόλου η μορφή και η ακρίβειά της