Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
110749 Τραγούδια, 252683 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 

 Πητερ, Το Νουφαρο
 
Μια φορά και ένα καιρό, στο μακρινό βασίλειο του Περαδωθιστάν,
ο Πήτερ, το νούφαρο, μασουλούσε τη τσίχλα του στωικά τυλιγμένος στο προσωπικό του αλουμινόχαρτο. -Άργησαν και φέτος, σκέφτηκε. Σηκώθηκε όρθιος και αφού έπλυνε τα πόδια του στη λάσπη, έριξε ένα σάλτο και βούτηξε στο πεζοδρόμιο. -Άργησαν, άργησαν.
Είχε ξεχάσει πια να γράφει και δε βούρτσιζε τη μύτη του. Η μικρη αχθοφόρος τον είχε παρατήσει, τα ποδήλατα ήταν μόνο για μεγάλους και οι τυραννόσαυροι δεν χόρευαν πολκα. Άσε που είχαν αργήσει.
-Που να πας αφού θα βρεθείς εκεί που πηγαίνεις; Θρασύδειλοι και πιρουέτες στην ίδια κλούβα. Σα να μασάς κίντερ έκλειψης οποιασδήποτε σημασίας.
Ο Πήτερ κοκκίνισε, κομπολογέ κεφαλλονιτικο κεράσι τα μαγουλά του. Κόκκινα τα μάγουλα, μπλε, μπλε σκούρα τα βλεπε ο Νούφαρος. Τον είχαν εξορίσει. Η φυλή των παπαρούνων είχε πάθει ανοσία στις χαζομάρες του και του είχε δώσει τελεσίγραφο. Η σταματάς να κάνεις παρέα με πολυλογάδες, η ξεκινάς να κοιμάσαι στο αλουμινόχαρτο. Το τι απόφαση πήρε, το γνωρίζουμε ήδη.
Μη νομίζετε όμως ότι ο Πήτερ θα το έβαζε έυκολα κάτω, η πάνω, ανάλογα πως βλέπει κανείς τα πράγματα. Ο Πήτερ ήταν κοσμογυρισμένο Νούφαρο. Είχε περάσει μήνες στο αμπάρι του Δον Βερμάν, είχε ταξιδέψει στις οκτώ θάλασσες, είχε μάθει την γλώσσα των δελφινιών και ήξερε καλά πως για να ξεκοκκαλίσεις ένα φυτοπλαγκτόν ο καλύτερος τρόπος είναι να χρησιμοποιήσεις τη μύτη σου.
Μια από αυτές τις ημέρες, σκέφτηκε, μια ημέρα σαν όλες τις άλλες που δεν θα διαφέρει καθόλου με αυτές αλλά ούτε και με τις επόμενες, θα κάνω την κίνηση μου. Αρκεί να μην αργήσουν πολύ..
Ο Πήτερ διέσχισε το πεζοδρόμιο και βρέθηκε μπροστά στο μπαρ του Ολντ Χόλμπορν. Πάνω από την είσοδο, τριάντα τροπικές τουλίπες κοσμούσαν την επιγραφή ‘’Φρέσκο Βιολογικό Γάλα’’. Άραγε, σκέφτηκε ο Πήτερ, η μικρή αχθοφόρος θα βρίσκεται μέσα η καλύτερα να μη μπω και να μη χαλάσω και το τελευταίο μου δίφραγκο; Έριξε ένα σάλτο, γλίστηρησε κάτω από το χαλάκι της πόρτας και βρέθηκε στο παλκοσένικο. Στο πρώτο τραπέζι αριστερά, μέσα σε ένα χρωματιστό κομμάτι γυαλιού, είχε γεννηθεί για πρώτη φορά η αγάπη του. Κόκκινα, χρυσά και κίτρινα ήταν τα χρώματα της αυγής της, μέχρι που η νύχτα ηρθε και την τύλιξε με τον της μωβ μανδύα, μια Τρίτη βράδυ εδώ και πολλά, πάρα πολλά, εκατομμύρια δευτερόλεπτα. Kι όμως, οι εικόνες αυτές, ήταν για πάντα χαραμένες στη μνήμη του και στην πλάτη του, σε ένα ακριβό και μεγάλο τατουάζ.
Θυμόταν, να βγάζει το κεφάλι του από το τζάμι της οροφής του αμαξιού, και να τον χτυπάει στο πρόσωπο η τζαζ του κυματιστού απογεύματος. Θυμόταν, τα μικρά διαβολάκια να τον χειροκροτούν καταρρακτωδώς και το όυζο να τον τριπάρει στο ευλογημένο αρχιπέλαγος. Θυμόταν αυτή, τη μικρή αχθοφόρο, να χρυσαφιζει στο λιοπύρι και μαζί να παίρνουν τζούρες αλμυρής αιωνιότητας.
Τώρα, στην σαθρή αθλιότητα της ξεχαρβαλωμένης του ζωής, τίποτα το χρυσαφέννιο δεν προσγειώνεται στα μαλλιά του. Το μπαρ είναι γεμάτο, αλλά αυτή δεν είναι εκεί. Ο εξανθρωπισμός της παρούσας κατάστασης βασίζεται σε ένα φτωχό καστ με ηθοποιούς κουνούπια, τσαρλατάνους βατράχους και μισοβυθισμένα νούφαρα. Ο Πήτερ, δεμένος με την αλυσίδα της αρκούδας, θα ψάλει τους σκοπούς του οίνου απόψε, σε αυτή την μικρή ατέλεια του ολοκληρωτισμού, μπας και επιπλέυσει και αυτός λίγο στο συμπαντικό παρόν. Άλλωστε, έχουν αργήσει τόσο, που δεν μπορεί άλλο να τους περιμένει.
Τα σχέδια όμως έιναι για να αποτυγχάνουν, και ως γνωστών το καλύτερο σχέδιο είναι να μην έχεις σχέδιο. Ηλεκτρονικές αναπαραστάσεις αρουραίων κοσμούν αυτό το ψηφιδωτό από πηλό, και αυτό δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο, τουλάχιστον όχι από τον Πήτερ, το νούφαρο, τον φίλο μας.
Διότι όπως προείπαμε και ίσως ξαναπούμε, ο Πήτερ ήταν ένα κοσμογυρισμένο νούφαρο. Είχε ταξιδέψει σε στεριές και θάλλασες, σε όλα τα ύψη και τα βάθη της γης. Είχε πουλήσει ψυγεία στους εσκιμώους, αέρα στην Ολλανδία και φούμαρα κάπου στη Σιγκαπούρη. Δεν τον τρόμαζε ο χειμώνας ούτε τα δελτία ειδήσεων. Έμενε πάντοτε σταθερός στους μετασεισμούς της ζωής, δεν ήταν καταναλωτής αγνώμωνης ηλιθιότητας και είχε συνδρομή στο golf club του Αυγατηγανιστάν, μια συνδρομή που είχε την εντύπωση, πως ίσχυε ακόμα. Αποφάσισε λοιπόν, να αποφανθεί στον φίλο του τον Ολντ Χολμπορν. Ο Ολντ Χόμπορν ήταν ένα βουρτσάκι τουαλέτας, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφόρικά, κάτι που τον έκανε εξπέρ στο να ξεσκατίζει τα αρνητικά συναισθήματα των άλλων αλλά και τις τουαλέτες του μαγαζιού του. Ήταν ψηλός, κοντός, καφέ και φούξια, ανάλογα με τις περιστάσεις και τη διάθεση του. Απόψε όμως, δεν είχε διάθεση, η τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Η ομάδα του, ο Λιμνουπολιακός, είχε χάσει χτες 17-0, στην χειρότερη της εμφάνιση από τότε που φορούσε πορτοκαλί φανέλα με ροζ βούλες. Τον είχε επηρεάσει βαθιά. Τον έγραψε λοιπόν τον Πήτερ, στον κατάλογο των βερεσέδων.
Ο Πήτερ έστριψε το κεφάλι. Το μοναδικό του αυτί έπιασε τη συζήτηση η μάλλον τη λογοδοιάρροια ενός βατράχου που καθόταν στα αριστερά. ''Οι πράσινες ρώγες του Μπαρμπαγιάννη είναι ένας από τους αντεργκράουντ λαβαροφόρους της μεταμοντέρνας οινοποσίας. Δεν κάνω πλάκα ούτε διαφήμηση. Δεν το ξέρει ούτε η μάνα του. Ντόπιος ροζέ ξηρός. Φθηνός και ωραίος. Θα παραδεχτώ εδώ πως μου έχει κοστίσει δεκάδες εγκεφαλικά κύτταρα. Θα καλοσωρίσω όμως την όποια σκέψη έρθει και πει πως δεν με έκανε χειρότερο.’’ Το σκαθάρι της παρέας ύψωσε το ποτήρι του ‘'Αρχαίες μυρωδιές από γαλότσα σε γαλότσα, τα βαρέλια που βγάζουν παππούδες-φιλόσοφοι πατώντας τα σταφύλια στους περαστικούς Σεπτέμβρηδες. Φωνές παρελθόντος. Κρασί. Πάντα έπινα και πάντα πίνω.’'
Αβάσταχτη ατμόσφαιρα αυτη για τον Νούφαρο. Όλοι περνάνε καλά και εμέις χειρότερα. Αποφάσισε πως αυτοί που περίμενε δεν θα ερχόντουσαν ποτέ. Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενε και κανέναν πραγματικά. Αποφάσισε να φύγει, να την κάνει, να εξαφανιστεί..
Σηκώθηκε όρθιος, προσπέρσασε μια υπόγεια συζήτηση , δυο μελαγχολικούς συνειρμούς, κάτι μικρά κυβοειδή κουτάκια, την οροσειρά της Ματαιότητας και τον φλύαρο βάτραχο. Πέταξε το σύμπαν στα σκουπίδια, άκουσε ένα τραγούδι της Μόνικα, κάπνισε ένα τσιγάρο που δεν τελείωσε ποτέ και γύρισε καταιδρωμένος γιατί ξέχασα να αναφέρω πως έκανε τρομερή ζέστη απόψε, γύρισε ξαναλέω στο προσωπικό του αλουμινόχαρτο. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Μια φορά και έναν καιρό, ένας θεός ξέρει πότε, ήταν ένα παραμύθι -τι λέω θεε μου-, ήταν ένας πρίγκηπας. Δεν έχει σημασία αν ο πρίγκηπας ήταν κοντός ψηλός, ξανθός μελαχρινός, αν έβαφε τα νύχια του, αν ήξερε καποέιρα η αν προτιμούσε τις μπάμιες από το χοντρομπίγουλι. Σημασία έχει πως ήταν γιός του βασιλιά Στέφανου ΙΑ’. Ο πατέρας του ήτα γνωστός για τον χαρακτήρα του, καθώς ήταν ένας άγριος, αδέξιος, αδιάφορος, αηδιαστικός, αιμοβόρος, αισχρός, ανάγωγος, και άδικος βασιλέας. Το μήλο έπεσε κάτω απο τη μηλιά, και έτσι ο πρίγκηπας βγήκε ενας διαβολικός, δόλιος, δηλητηριώδης, δειλός, διστακτικός, δολοπλόκος, δυσάρεστος, και δύσοσμος νέος… Θεέ μου, σκέφτηκε ο Πήτερ. Πως γράφει έτσι αυτός ο τύπος; Έκλεισε το φως και τα μάτια του, ροχάλισε δυνατά και ονειρέυτηκε πως ήταν αλεπού.
Ένα πρωί, ένα ωραίο πρωί, ίσως το επόμενο ίσως και το μεθεπόμενο η κάποιο άλλο πετάχτηκε όρθιος. Μπροστά του, αυτή, η μικρή αχθοφόρος, τον κοιτούσε πίσω η μπροστά από ένα μικροσκόπιο. Ήταν εκεί, είχε έρθει εκεί, είχε βάψει τα νύχια της και είχε αφήσει της βαλίτσες της οριστικά.
Την συνέχεια δεν θα σας την πω, γιατί αυτή η ιστόρία είναι για μεγάλους μα ότι ακουλούθησε είναι ένα παραμύθι μόνο για μικρούς.




 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 0
      Στα αγαπημένα: 0
 
   

 Ταξινόμηση 
       Κατηγορίες
      Σαχλαμαρίτσες,Φιλοσοφικά
      Ομάδα
      Πεζά
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

 

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο