Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
109681 Τραγούδια, 249678 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 

 Της πορείας
 
ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ

Το πρωινό ο ήλιος έμοιαζε τέλεια ζωντανός
ήλιος φτερωτός και παιχνιδιάρης
-το φως που πεθυμά σκοτάδι.
Έπαιζε με την αθωότητά μου.
Ώσπου χέρι ανέμελο
έριξε κάτω κι έθραυσε τ’όμορφο προσωπείο
από εκμαγείο προσωπικό
για χρήση μόνο ιδιωτική
-τώρα το βλέπω, το καταλαβαίνω, ξανά και ξανά.
Χρώματα ανοιξιάτικα και σιρίτια ντελικάτα
σκόρπισαν σε στείρα αμμουδιά
Κι απόμεινα σαν καμηλιέρης χωρίς χάρτη, πορεία και συντροφιά
κοιτώ έναν ορίζοντα
αλίμονο, χωρίς αντικατοπτρισμούς,
χωρίς πίστη
χωρίς φόβο
μάλλον χωρίς γνώση.
Κοιτώ το τετραπέρατο φεγγάρι της ερήμου
χωρίς πάθος κανένα
-μόνο που κάνει ψύχρα πού και πού.

Τώρα φρικτές σκέψεις θα οργώνουν το νου
ανεξίτηλα
σαν όρνια θα προειδοποιούν
πού καταλήγουν οι οφθαλμαπάτες
Πόσο ανόητη θα’ναι η πορεία
προς τις λίμνες των στεναγμών
Πόσο μάταιος ο στόμφος
καθώς θα διαβάζω ποιήματα
στα κόκαλα των νεκρών
στα υγρά νεκροταφεία του καιρού
στα αυτιά κουφών ηλιθίων
παρέα με τα γένια φλύαρων ανέραστων σοφών
γιδοβοσκών της άγνοιας
Πόσο θα’χω ανάγκη μια νυχτερινή τρέλα.

Γιατί τη νύχτα που ξανάρχεται,
προδομένη κι αμετανόητη παλιά ερωμένη,
θα με σκεπάζει -λέω- σάβανο παράνοιας
σε άρρωστο χαμόγελο κρυμμένος απ'την πικρία,
φίδι δειλό,
ν’ανασκαλεύω πολλές φορές και απαράλλαχτες
γερασμένες φαφούτες ελπίδες
σε ανίκανη πραγματικότητα
-τ’αθάνατα κηλιδωμένα λάφυρά μου.
Χαλκός πρασινισμένος σαν άθαπτο πτώμα της παλιάς εποχής,
χρυσός κλεμμένος, μαύρα καταραμένος
ασήμι κάλπικο και κάλπικα θλιμμένο
διαμάντια γυάλινα, της φαντασίας πετραδάκια
Να όλοι οι κόποι της σταυροφορίας μου.

--
Σταματώ κι αναστοχάζομαι
ποιος έφταιξε και τι,
πώς έχασα έτσι θεαματικά
την πιο σπουδαία περιουσία
το κόσμημα της προσδοκίας
τη μάσκα της ζωής.


Ατέλειωτα κι ανώδυνα αγνάντευα για ώρες
μακριά καθώς ανέμιζε σε μαγικές κορυφογραμμές
η μάσκα της ζωής που σκέπαζε το σύμπαν
καλύπτοντας μόνο τα μάτια μου
Μια πέτσα ύφασμα, μαβί, φανταχτερό
μου αρκούσε.
Μια πέτσα προσμονή αρκούσε
κι έντυνε τις βραδινές ευτυχίες
τα εννοημένα βλέμματά της
την καθιστή αγκαλιά κάτω απ’το δέντρο
μέσα στο χιόνι
με τα κασκόλ δασύπλεχτα
μην τυφλωθεί κανείς απ’τη λάμψη.
--

Μακριά από κάθε φεγγάρι
και σεληνιασμό
ο ήλιος με ξανατραβά απ'τα μαλλιά στο δρόμο του
Δρόμος τυφλός που χάνεται στα πέρατα μικρών αβύσσων
δρόμος παρθένος θαμπώνει και πονά τα μάτια
με την λευκότητα των άμεμπτων και άγνωστων σκοπών του
δρόμος δίχως στοχοθεσία
-μια ζωή χωρίς θάνατο
οδός βαριά κατάξερη χωρίς σκιά

Τώρα σε κάθε χαραυγή
στον εαυτό μου θα τραγουδώ
για τη σοφία την επιθυμία τη συντριβή τη γενναιότητα το κάλλος το ένστιχτο την ανάγκη την ειρωνεία την παρακμή
την πατρίδα του στήθους
τον πύργο του κρανίου
κι ένα σωρό περγαμηνές ιερογλυφικές
λεκιασμένες στον ιδρώτα του εφιάλτη

Κι εσύ άραγε
θα συνεχίσεις να μου μιλάς ιδανικά
-πόση αφέλεια στο ιδανικό-
ανάμεσα στα μηλίγγια μου
-μα θα'ναι αφέλεια πικρή και ύπουλη-
σταλιά-σταλιά ο λόγος να κυλά στο άρτιο σαρκοφάγο σαγόνι
αργόσυρτα σαν επικήδειος ύμνος,
μυρώνοντας την επιθυμία ως το τέλος;

Μάταια η πονετική ματιά και η άγουρη φλόγα σου
θα προσπαθούν να με αγγίξουν
Μάταιος κάθε σαρκασμός
για την παρωδία αυτή που ισόβια
θα σχίζω και θα υφαίνω πάνω στο τραύμα
Κι εμετικό μυξοίδημα όλες οι γραμμές
του παραμυθιού θα φαίνονται•
ώρες αγωνίας για το Είναι μου.

Σαν να ρωτώ γνωρίζοντας τις απαντήσεις
σα ν'απαντώ αδιάφορα για ξένα πράγματα
θα σταθώ μόνος, ψυχόμενος και φλεγόμενος
άστοχος και υποκριτής.
Βράχος και Πέλαγος θα εξαϋλωθούν
μέσα στο αδυσώπητο γίγνεσθαι της Χιονοθύελλας
που με πλακώνει και με στολίζει γήρας
Θα ξαναστηθώ ελεύθερος, μετέωρος
θα ξαναρωτήσω τον γδάρτη αγέρα του υψόμετρου
το σύννεφο της βουνοκορφής
και τ'αγρίμια των αισθήσεων,
μιας που εγώ δεν ήμουν σίγουρος ποτέ.
«Από πού είναι καλύτερη η θέα;»
Εδώ στην περήφανη κομπανία μας
στο δόντι του λύκου που προγκάει τον ουρανό
τόσο προκλητικά τόσο αντάξια
στα κρύα του βουνίσιου λιονταριού κι ακόμη ψηλότερα•
κάτω στον κάμπο με τις πλαδαρές δαμάλες
και τα χωριά της λάσπης•
ή κάλλιο στη μέση του όρους μας
ενώ ο οδοιπόρος σκαρφαλώνει ακόμα
εμπαθής, προσηλωμένος,
ανίδεος;

Στην κορυφή ένα πέτρινο ορόσημο
μαρμάρινος βωμός
με περιμένει υπομένοντας βροχές και αγέρα
Κι όπως ο αγέρας το σύννεφο τ'αγρίμια
οξυδερκείς ομιλητές
μου απαντάνε λυσσομανώντας κυκλώνοντας μουγκρίζοντας
θα διαβάσω το προαιώνιο μήνυμα
πάνω στην αμόλυντη πλάκα
την μόνη Εντολή
μα σε κανέναν δε θα τη προδώσω
Πίνοντας το ποτήρι μου
αστόχαστος θα αφομοιωθώ άφευκτα και μοιραία
στην απάνθρωπη θύελλα των μεγάλων υψών.
Όλες οι μάσκες θα έχουν πέσει.





 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 1
      Στα αγαπημένα: 0
 
   

 Ταξινόμηση 
       Κατηγορίες
      Αταξινόμητα
      Ομάδα
      Αταξινόμητα
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

 
Αγιοβλασιτης
25-12-2019 @ 20:57
..είπαμε. ..ωκεανός. .
Χρόνια πολλά. .

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο