Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
109406 Τραγούδια, 249383 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 

 ο Μέγας Βασιλιάς (μελωδικό παραμύθι)
 Είναι τεράστιο για ποίημα... Μια ιστορία με τα απαραίτητα (δράκους, μάγους, πρίγκιπες, θεούς και δαίμονες και... φαντασία!) εμένα με ταξίδεψε… ελπίζω και εσάς!
 
Απόψε η Πανδώρα μου, άνοιξε το κουτί της
κι ένα τετράδιο έφερε, στο χέρι ένα στυλό
Απ όλα τα’ αμαρτήματα, αυτό το πιο μεγάλο
είν’ η σιωπή που έσπασε, στις λέξεις να κρυφτώ.

Η ιστορία ξεκινά, λοιπόν, σα ραψωδία
σε κάποιο μέρος μακρινό, σε κόσμο μαγικό
Εκεί που ξέρουν να μιλούν, άνθρωποι και θηρία
εκεί βρίσκουν για να πιούν, τ’ αθάνατο νερό

Ήταν αργά, μεσάνυχτα, κοντά στην κρύα λίμνη
εκεί που πρωτο-αντίκρισα τον Μέγα βασιλιά
Ήταν ντυμένος φτωχικά, στα μάτια τρέχαν δάκρια
παιδί ακόμα ήτανε, πριν τα δεκαεννέα.

Πλησίασα και ρώτησα γιέ μου γιατί δακρύζεις
όλο το μέλλον καρτερεί, χρόνια έχεις πολλά
Με κοίταξε, απόρησε, και μου ‘πε αυτό το ξέρω
μα πες μου πως τ’ αδύνατα να κάνω δυνατά.

Τραβηχτικά λίγο πιο εκεί, ξαφνιάστηκα ο δόλιος
βλέπεις κι εγώ δεν ήξερα, το μέλλον τι μου κρύβει
Βαθιά ανάσα γέμισα, κι απάντησα με δέος
πως ο θεός μας αγαπά , έχε εμπιστοσύνη

Πες μου τι είναι αδύνατο, τι θέλεις να αλλάξεις
πες γιατί στα μάτια σου, τα δάκρια κυλούν
Είμαι παιδί μου φώναξε, μα ξέρω τι ζητάω
να χω ανθρώπους να αγαπώ κι αυτοί να μ’ αγαπούν.

Δεν θέλω να ‘μαι κυνικός, δεν θέλω να ‘μαι ψεύτης
θέλω στα μάτια να μπορώ, όλους να τους κοιτώ
μα απ όλα περισσότερο, μπροστά σ’ ένα καθρέφτη
θέλω να βλέπω εμένανε, και να χαμογελώ.

Τότε την λίμνη κοίταξα, το φως απ το φεγγάρι,
το πρόσωπό μου έκανε αντικατοπτρισμό
ρυτιδιασμένο κι άσχημο, με γένια κι άσπρες τρίχες
μου θύμισε τι έζησα, πως έφτασα ως εδώ.

Τα βλέφαρά μου έκλεισα χαμένος μες στις σκέψεις
και το κεφάλι κούνησα, σχεδόν ειρωνικά
σκέφτηκα τώρα γέρο μου, εδώ θα επιλέξεις
αν γίνονται τα όνειρα, ποτέ αληθινά.

Ξεκίνησα κάτι να πω, μα πριν ο ήχος βγει
πάλι με μένα τα ‘βαλα, σιωπή για μια στιγμή.
Κι αφού το σκέφτηκα καλά, του είπα νεαρέ,
όλα μπορούνε να συμβούν, ποτέ μην λες ποτέ.

Έτσι η νύχτα κύλισε κι οι δυο μπροστά στην λίμνη
και το φεγγάρι από ψηλά, να ζει για την στιγμή
κι αφού ο ήλιος χάραξε, ξεκίνησαν δυο φίλοι
να κυνηγούν το όνειρο προς την ανατολή.

Περάσαμε απ τα στενά της μυθικής κοιλάδας
εκεί που μόνο οι τρελοί το πόδι τους πατούν
κι ύστερα φύγαμε μακριά στους βάλτους του Πρωτέα
εκεί που μόνο δαίμονες και δράκοι κυβερνούν.

Η ζέστη ανυπόφορη, ταξίδι ενός χρόνου
μα δεν μας έχει δει κάνεις η τύχη, μας γελά
κι έτσι διαβαίνουμε γοργά να αφήσουμε για πάντα
τους δράκους και τους δαίμονες, τους βάλτους στον Νοτιά

Την τρίτη τη πανσέληνο όμως, αλλάξαν όλα
και για κακή μας τύχη, η μοίρα μας χτυπά
δυο μέρες μόνο έμεναν τα σύνορα να δούμε
μα ένας δράκος πέταγε λίγο πιο χαμηλά.

Το στόμα του έφτυνε φωτιές, φώναζε μανιασμένα
ποιοι είναι αυτοί που τόλμησαν τη γη του να διαβούν
και πριν το καταλάβουμε οι δαίμονες μας βρήκαν
και μας περικυκλώσανε, τώρα μας πολεμούν.

Η πέτρα λιώνει στην φωτιά κι ήχος απ τ’ ατσάλι
ακούγετε σαν τη βροχή, που φέρνει χαλασμό
το ξέρω πως ορκίστηκα και τους θεούς φοβάμαι
μα τώρα πια τον όρκο μου πρέπει να παραβώ.

Το ξίφος κάτω άφησα κι έπιασα το ραβδί μου
και φώναξα πιο δυνατά να ακούσουν οι ουρανοί
απόψε δράκοι, δαίμονες θα νιώσουν την οργή μου
για να σωθεί του φίλου μου, η αγνή και αθώα ψυχή.

Δάκρυα απ τα μάτια μου, ψίθυροι απ τα χείλη
λέξεις που δεν ακουστήκαν σ’ αυτή την εποχή
ο ουρανός εισάκουσε ποια είναι η εντολή μου
και έφερε τα σύννεφα, βροχή και αστραπή.

Τότε εγώ αποκρίθηκα, ξανά στον Ποσειδώνα
να πάρει όλο το νερό που έδωσε η βροχή
με του Αιόλου τους ασκούς, κύματα να το κάνει
να διώξει όλους τους εχθρούς μακριά απ αυτήν την γη.

Μόνο ο δράκος έμεινε και φώναξε με μίσος
τώρα η δικιά μου η οργή το θάνατο σκορπά
ίσως και να μας σκότωνε, ίσως τονίζω, ίσως,
αν δεν είχα τον πήγασο, φωνάξει δυνατά.

Ο δράκοντας μας έστειλε, φωτιά σαν του Ηφαίστου
αυτή που σφυρηλάτησε, τα όπλα των θεών
κι τότε εγώ ψιθύρισα, τα μαγικά τα λόγια
και κάλεσα τον Πλούτωνα προστάτη των ψυχών.

ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ακούστηκε στ’ αυτιά μας
κραυγή που είναι ισάξια με μύρια φωνές
ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΚΡΙΘΕΙΤΕ ΓΙΑ Τ΄ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΣΑΣ
ΚΑΙ ΑΝ ΒΡΕΘΕΙΤΕ ΕΝΟΧΟΙ ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ.

ΠΡΩΤΟΣ ΕΣΥ Ο ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ, Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ
ΠΕΣ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΟ ΕΥΚΟΛΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΚΕΡΝΑΣ
ΠΕΣ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΦΗΣΕΣ ΤΗΝ ΓΗ ΣΟΥ ΝΑ ΔΙΑΒΟΥΝΕ
ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΚΕΡΝΑΣ, ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΣΥΝΑΝΤΑΣ;

Εσύ που είσαι δίκαιος, μόνο θα καταλάβεις
εσύ που σε εξόρισε, ο ίδιος του αδερφός
εμένα καταράστηκαν χίλιοι θεοί, μυριάδες
αθανασία μου ‘δωσαν, για να ‘μαι πάντα εχθρός.

Να χουνε να με δείχνουνε, να χουνε να φοβούνται
και όσους δεν πιστεύουνε σε μένα να κερνάν
να χουνε να με κρίνουνε και να με απαρνιούνται
να ‘χουνε να χρεώνουνε του κόσμου τα δεινά.

ΕΣΥ ΠΟΥ ΞΕΡΕΙΣ ΜΑΓΙΚΑ, ΛΟΓΙΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΑ
ΕΣΥ ΠΟΥ ΚΑΤΑΠΑΤΗΣΕΣ ΤΟΥΣ ΟΡΚΟΥΣ ΠΟΥ ΧΕΣ ΔΩΣΕΙ
ΕΣΥ ΞΑΝΑ ΠΡΟΣΚΑΛΕΣΕΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΕ ΣΕΝΑ
ΕΣΥ ΓΙΑ ΠΕΣ ΜΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ, ΠΟΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΘΑ ΣΕ ΣΩΣΕΙ;

Εγώ τον χρόνο νίκησα εξήντα πέντε χρόνια
και με τον χάροντα έπιασα, φιλίες προ πολλού
ο λόγος που σε κάλεσα, ήτανε η συμπόνια
γιατί δεν θέλω να χαθεί, η ψυχή ενός παιδιού.

ΚΙ ΕΣΥ ΠΑΙΔΙ ΠΩΣ ΒΡΕΘΗΚΕΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΑΧΗ
ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΡΙΓΥΡΝΑΣ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΣΤΟΛΕΣ
ΠΟΙΟ ΤΙΜΗΜΑ ΣΕ ΕΦΕΡΕ ΣΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΗ ΡΑΧΗ
ΓΙΑΤΙ ΑΝΤΙΚΡΙΖΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΣΟΥ ΣΤΙΓΜΕΣ;

Εγώ μέγιστε, πάνσοφε, θεέ του κάτω κόσμου
εγώ ποτέ δεν έμαθα πόλεμος τι θα πει
με περηφάνια όμως κοιτώ μπροστά στον θάνατό μου
γιατί τα όνειρά μου δεν έχω απαρνηθεί.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΚΟΙΤΑ ΠΟΤΕ, ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΠΕΡΗΦΑΝΑ
ΓΙΑΤΙ ΟΛΟΙ ΠΙΑ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΙΟΥΝ, Τ’ ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ
ΠΕΣ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΚΟΙΤΑΖΕΙΣ
ΠΡΟΤΟΥ ΒΡΕΘΕΙ Ο ΧΑΡΟΝΤΑΣ ΝΑ ΣΟΥ ΖΗΤΑ ΟΒΟΛΟ.

Εγώ μόνο ένα όνειρο έκανα στην ζωή μου
όσους γνωρίσω ν’ αγαπώ κι αυτοί να μ’ αγαπούν
και να κοιτάζω ελεύθερα μπροστά σ’ ένα καθρέφτη
βαθιά μέσα στα μάτια μου, τύψεις να μην χωρούν.

ΕΙΣΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΦΕΛΕΙΣ, ΑΝΑΞΙΟΙ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΠΡΙΝ ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΤΕ ΝΕΚΡΑ
ΑΥΤΗ ΕΙΝ’ Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΣΑΣ, ΑΠΟΚΛΗΡΟΙ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
ΘΑ ΖΗΣΕΤΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΦΘΟΡΑ.

ΔΡΑΚΕ ΕΣΥ ΠΟΥ ΚΑΡΤΕΡΕΙΣ, ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
ΘΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΘΝΗΤΟΥΣ, ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΗ ΣΟΥ
ΚΙ ΑΝ ΕΙΝ’ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ ΕΧΕΙΣ ΠΕΙ ΚΙ ‘ΣΑΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ
ΑΝ Μ’ ΥΠΑΚΟΥΣΕΙΣ ΟΙ ΘΕΟΙ, ΘΑ ΕΙΝ’ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ.

ΌΣΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΓΕΡΟΝΤΑ, ΠΟΥ ΟΡΚΟΥΣ ΞΕΣ’ ΚΑΙ ΔΙΝΕΙΣ
ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΣΟΥ ΤΟ ΡΑΒΔΙ, ΞΥΛΟ ΑΠΛΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ
ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΕΟ ΠΟΥ ‘ΣΩΣΕΣ, ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΟΥ
ΕΣΥ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΑ ΕΣΥ, ΘΑ ΕΧΕΙΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ.

ΚΙ ΕΣΥ ΜΙΚΡΕ ΜΟΥ ΝΕΑΡΕ ΠΟΥ ‘ΧΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΒΛΕΨΕΙΣ
Ο ΧΑΡΟΝΤΑΣ ΝΑ ΜΗΝ ΣΕ ΒΡΕΙ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΜΕ ΓΥΡΕΨΕΙΣ
ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΓΗ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΜΕΤΑΝΙΩΣΕΙΣ
ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΝΑ ΠΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΠΛΗΓΩΣΕΙΣ.

Αυτά είπε και χάθηκε, τώρα σιωπή και πόνος
κανείς στον άλλο δεν μιλά, μοιάζει μακρύς ο δρόμος
την νύχτα ανάψαμε φωτιά κι ο ύπνος γρήγορα έφτασε
μα κάτι έγινε νωρίς, κι ο νέος εγκατέλειψε.

Πρωί χαμός κι εγώ φωνές, Αλέξη, βρε παιδί μου
να ψάχνω εδώ, να ψάχνω εκεί, χθες ήτανε μαζί μου
ο Δράκος λέει να φύγουμε, στα σύνορα σε πάω
και ‘γω να λέω αν δεν τον βρω, από δω δεν το κουνάω.

Φωνές εγώ, φωνές αυτός πιαστήκαμε στα χέρια
κι είναι τα νύχια δράκοντα σαν κοφτερά μαχαίρια
κι εκεί που βλέπω Χάροντα στο βάθος να μου γνέφει
σαν από μηχανής θεός, ο Πλούτωνας έχει ‘ρθει.

ΔΡΑΚΟΝΤΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΤΗΡΗΣΕΣ, ΤΟΝ ΟΡΚΟ ΣΟΥ ΛΥΠΑΜΑΙ
ΣΤΟΝ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟ ΘΑ ΒΡΕΘΕΙΣ, ΠΑΕΙ Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ
ΜΕ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΕΣ, ΘΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΘΕΙΣ
ΑΥΤΕΣ ΘΑ ΕΙΝ’ ΟΙ ΤΙΜΩΡΟΙ ΚΙ ΕΣΥ ΣΤΗΝ ΤΙΜΩΡΙΑ.

Εγώ να στέκω ακίνητος, σκέφτομαι τον Αλέξη
που απλά εξαφανίστηκε χωρίς να πει γιατί
μα πριν εγώ να κουνηθώ, πριν να τελειώσει η σκέψη
τον βλέπω από μακριά, τρέχει για να με βρει.

Από εκεί ξεκίνησε όλη η ζωή να αλλάζει
του έμαθα να αγαπά με λόγια αληθινά
του έμαθα να συγχωρεί, να κλαίει και να γελάει
τα πάντα να μοιράζεται ολοκληρωτικά

Πολλοί χειμώνες πέρασαν, και λίγα καλοκαίρια
τα πράγματα δεν ήτανε, όλα ιδανικά
κι εκεί τότε που έκλεινα τα εβδομήντα πέντε
θυμάμαι πως τον άγγιξα, για τελευταία φορά.

Λένε οι ψυχές πως χάνονται, μα η δικιά μου όχι,
μαζί με τον Αλέξανδρο, ταξίδεψε καιρό
κι έτσι τα χρόνια πέρναγαν, κοντά ένας αιώνας
που μ’ έκανε περήφανο, μη πω, μοναδικό.

Είχε βοηθήσει άπειρους, τον αγαπούσαν όλοι
ποτέ δεν είχε τίποτα, τα έδινε στους άλλους
στα χρόνια που περάσανε γνώρισε μια γυναίκα
και την αγάπησε τρελά, έρως, απ τους μεγάλους.

Σαράντα χρόνια ήσαν μαζί, σχεδόν μισό αιώνα
τότε που αποφάσισε, ο Χάρος να την πάρει
για μισθοφόρο έβαλε, γιο ενός ηγεμόνα
την τρύπησε μες στην καρδιά, με όπλο, ένα δοξάρι

Ο Αλέξανδρος δε λύγισε, μα όρκο έδωσε βαρύ
να γίνει εκείνος βασιλιάς, άλλη ψυχή να μην χαθεί
κι όπως το είπε έγινε, διοίκησε για χρόνια
με τον λαό στο πλάι του και όπλο την συμπόνια.

Όλοι πια τον φωνάζανε, ο Μέγας Βασιλιάς
αυτός συχνά τους κοίταζε, σαν να ‘τανε παιδιά του
και που και που στον ουρανό, σαν κοίταζε ψηλά
μίλαγε και σε μένα ‘ναι με φώναζε μπαμπά του.

Τέλος ποτέ δεν έγραψα σ’ αυτή την ιστορία
γιατί οι ιστορίες οι καλές ποτέ δεν τελειώνουν
μένουν μονάχα σε καρδιές αληθινές
και δυναμώνουν…


 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 5
      Στα αγαπημένα: 0
 
   

 Ταξινόμηση 
       Κατηγορίες
      Φαντασίας,Τοπία & Περιοχές
      Ομάδα
      Αταξινόμητα
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

Ο χρόνος μετριέται σε στιγμές... η γνώση σε εμπειρίες
 
blue sky
20-11-2014 @ 01:33
Τέλος ποτέ δεν έγραψα σ’ αυτή την ιστορία
γιατί οι ιστορίες οι καλές ποτέ δεν τελειώνουν
μένουν μονάχα σε καρδιές αληθινές
και δυναμώνουν…
Μπράβο αστέρι!! Το ταλέντο σου ξεχειλίζει!!
CHЯISTOS P
20-11-2014 @ 01:54
"Λένε οι ψυχές πως χάνονται, μα η δικιά Σου όχι"

Μπράβο σου Σταμάτη !
**Ηώς**
20-11-2014 @ 14:20
οι ιστορίες οι καλές ποτέ δεν τελειώνουν
μένουν μονάχα σε καρδιές αληθινές
και δυναμώνουν…....χαρά στο κουράγιο σου Σταμάτη ένα μπράβο κι από μένα!
Skylight
20-11-2014 @ 14:27
Ευχαριστώ πολύ!!!

Θέλετε να το συνεχίσω και άλλες ιστορίες με τους ίδιους ήρωες?

το διαβάζω και όλο μου έρχονται καινούριες ιδέες.

τι λέτε?
ΑΥΡΑ ΕΣΠΕΡΙΝΗ
23-11-2019 @ 20:44
Φανταστικό skylight! Έχεις ταλέντο και φαίνεται!

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο