Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
57812 Τραγούδια, 189197 Ποιήματα, 25327 Μεταφράσεις, 26507 Αφιερώσεις
 

 Σισι 12
 
Κεφαλαιο Ι Ετος 1991
Το παραθυρο ειχε μεινει μιση χαραμαδα ανοιχτο. παχνη στροβιλιζε εξω από τα λαστιχα,εγλυφε το μεταλλο,δειλα δειλα γλιστρουσε μεσα και σα ζωγραφια ανεβαινε στον καμβα του εξω κοσμου.Η μικρη Μαρκελλα απλωνε το δαχτυλο κι όπως υγραινοταν μαζι με το τζαμι,ερεε,ξημερωνε σε σχηματα κι η καμπουρα απ το φως μπρος τα μικρα επιθετικα ματια.Δυο ματια γλυκα που αγριευαν ευκολα,καπως ετσι όπως ξαφνικα σπαει η νυχτα και δειχνει πως απαιτει να ξημερωσει.Η Μαρκελλα,ένα τριχρονο παιδι,ειχε ηδη το χαρισμα με μια ματια να ζυγιζει,φορτιζει τη νυχτα κι αντιθετα,μ ένα αγγιγμα με το δαχτυλο να σε γεμιζει φως.ασπρο φως και γκρι,για να νιωθεις τη δυναμη της,την υπεροχη.
Σα παλιος υπαλληλος στα τρενα,με μια σφυριχτρα στο στομα,γοργα να διωχνει τη νυχτα και με το φαναρι στο χερι,ερχεται για την αναχωρηση η αυγη.Η Μαρκελλα σταματησε,το τζαμι θολωνε ξανα,λες κι η παχνη μαζευοταν μπουλουκι να δει το Θεαμα της Τυφλιδας.Μια βαρια,δυστροπη πολη,γιοματη ομορφιες.Οπως κρατα η μανα μεσα της με το μαντηλι στο κεφαλι το φως,ετσι το προσωπο των στενων της η Τυφλιδα μ αγαπη φωτιζε,σκουπιζε τις ακαθαρσιες απ το σκοταδι,λες κι ηταν τουτα κουβερτες του ονειρου.Μα πλεον η θερμη της ερχοταν μ αχτιδες,ερχοταν στο σταθμο να σημαινει αμετρητες αφιξεις από ανθρωπινες πνοες,χαμογελα,καλημερες.Και μες το κρυο κι ακαματικο πρωινο,η παχνη γινοταν κουμπια σε σακακια,επεφτε κι εσβηνε στα βηματα.Η μερα αρχιζε.
Σ ένα άλλο τοπο,μια παρομοια παχνη,εμοιαζε σα παγωτο σε πινακα.εξω απ το τζαμι,με τα χρωματα επαιρνε γευσεις.Κι ειχε από μονη της ένα γαργαρο ονομα να πει,ετσι σα σβουρα που κατρακυλα σε κατηφορα και χτυπα και τουμπαρει.Στον πρωτο χτυπο ακους,Τσι…τοκ..μπιλι…τοκ…η σβουρα στο αερα γυρνα,κρατας το Τσιμπιλι κι όπως ξαναπεφτει στο κρασπεδο,σπινιαρει με ένα σσχι….ολο μαζι,ένα ονομα βγαινει.Τσιμπιλισι!!! Μυριαδες σβουρες σε γειτονιες ηχουν,σα γρυλλοι και βατραχια,στη παχνη τουτη,λες και είναι τοσο απλο για ολους τουτους τους θαμωνες και κατοικους,να γευονται τις γευσεις απ ένα και μονο παγωτο,ένα πινακα,ένα τζαμι.
Από μεσα,η μικρη Νασλι,μπουσουλαει.Ειναι δικο της το παγωτο.Σκεφτεται να το γραπωσει,μα είναι εκει πανω στο τζαμι,ψηλα,μακρια.Σουφρωνει τα ματια,τσατιζεται,το βλεμμα αλλαζει απ το λαιμαργο μαυρο των ματιων,το δωματιο τρομαζει,κουρνιαζει και σκυβει,το φερνει πιο κοντα.Η Νασλι απλωνει το χερι,αρπαζει το παγωτο.Ονειρευεται.Κι όπως το κρατα στο χερι,σα διακοπτης αλλαξε το φως στο Τσιμπιλισι ολακερο,η πολη σηκωνεται,τεντωνεται,χασμουριεται,κινειται.Κι η παχνη λιωνει καθως ο ηλιος πλησιαζει.
Ακουγεται ένα άλλο κλικ,μια πορτα,ο ηλιος πια φαινεται.Ειν η μαμα της,χαμογελο ο ηλιος στα χειλη κι αχτιδες τα δαχτυλα,τα χερια ριπες απ αγαπη.Τι κανεις μωρακι μου εκει,μικρη μου διχρονη Νασλι.Ατελειωτη γλυκα ετουτη η αγαπη,το παγωτο λιωνει,δεν εχει σημασια,η αγκαλια κι θερμη νικουν,η παχνη μεστωνει,βαραινει στο τζαμι,σημαινει πια ζωη.Σημαινει ματια π ανοιγουν με μι αγκαλη και μια καλημερα.
Ο ηλιος είναι μια εννοια κατωτερη στο νησι Κρητη.Γιατι σα πεις καλημερα,εχει ηδη βγει και πρωτος,μπροσταρης,την εχει εγγυηθει.Μ ένα μαγευτικο χωρο στον συχνα πεντακαθαρο ουρανο,στεκει σα πρωτη συλλαβη στο καλημερα κι αληθεια ο ηλιος οριζει και τη δευτερη,φερνει τη μερα.Σε τουτο το τοπιο που δε χωρα σε μια εικονα,ολακερο λες κι είναι ένα το νησι,ένα θεριο,ένα ζωο που βρισκεται μες τη θαλασσα,παλλεται κι όπως ανασαινει μυριζεις θαλασσινο αγερα.Θαλασσα,ηλιος,αγερας,είναι ενεργιες από μια στιγμη,από ένα οργανισμο,τη μανα μου,τη Κρητη.
Με λενε Φιφη,ειμαι εννια χρονων.Οχι Σιφη,Φιφη.Μα ειμαι κρητικατσι κι εγω.Καπου μακρια ονειρευομαι ότι ένα κοριτσακι κι ένα μωρακι,μπουσουλουν ή απλωνουν το χερι.Ο ουρανος είναι καθαρος παντα εδώ,η φαντασια μου δεν εχει παρεμβολες.Αρκει για να επιταχυνθει,να ηλεκτριστει μεσα σε τουτο τον ηλιο.Κι η Κρητη θα φροντισει,σαν το υπολοιπο απ τη νυχτερινη αστεροσκονη,να πεσει σα παχνη,στα συννεφα,στη βροχη στις δυο άλλες πολεις.Σα φιλι,σα χαδι,σαν υποσχεση στα δυο τουτα παιδια ότι θα τα ξαναδω καποτε,εδώ,τυχαια.Εγω,για χρονια,ειμαι η παχνη που εβλεπαν κάθε πρωι…
Όπως τυχαια διαλεγω κι εγω μια από τις δυο διαδρομες,για να φτασω στο δημοτικο μου,λιγο μπροστα από τη τσαντα που κουβαλω βιβλια,το μυαλο μου κουβαλα ηδη,σα κατοπτρο που φορτιζει από τον γενναιοδωρο ηλιο,τα τρια στοιχεια του νησιου.Στα χρυσα μου ακομη μαλλια,στις δυο πετρες από ματια που εχω και πετουν σπιθα,σα να συγκουονται όπως κοιτουν μαζι,λειπει μοναχα ν αρχισω να μιλω,να βρεθει η δικη μου θαλασσα στο στομα.Η ιδια που κυλα απ το νου.η Κρητη,για μενα,στο προσωπο που δε κρυβει ποτε ο ηλιος,είναι αυτό που κι εγω ποτε δε θα κρυψω,το κεφαλι.
Η γη που σαλευει από σεισμους είναι τα χρυσα μου μαλλια,σαν αμμος,τα συνορα τουτης τη συμφωνιας με τη θαλασσα.τα ματια σαν ανοιγουν είναι ο ηλιος κι η σπιθα η τριβη τους.Αστερια και τα δυο,το ένα φεγγαρι,το άλλο κομητης,τα δυο μαζι ανοιχτα,ενας ηλιος.Κι η θαλασσα,η σκεψη,οι ατελειωτες εκφρασεις το προσωπο,σαν αλλοι ηλιοι,τα συννεφα ειν η μικρη παυση για να μιλησω ξανα,η σιωπη αναμεσα στο λογοδιαρροια,τον ηλιο μου,μηδαμινη συχνα.Ειμαι ένας κοσμος Κρητικος κι η ανασα μου είναι ο αγερας εδώ,η θαλασσα.
Ειμαι μολις εννεια χρονω κι εγω μαθει τη θαλασσα.Απλωνω και φτανω το Τσιμπιλισι,νιωθω τις σβουρες,γευομαι το παγωτο,απλωνω ως τη Τυφλιδα και γλιστρω στο παραθυρο,ειμαι μια θαλασσα σα τη σταλα από τη παχνη.Κι η Μαρκελλα αρκει να μ αγγιξει μ ένα δαχτυλο,να κυλησω στο τζαμι.Κι η Νασλι αρκει να σουφρωσει τα φρυδια,ν αρπαξει το παγωτο.Τον ηλιο που φτανει ως μαμα της,εγω από δω ηθελα κι εγω να τον στειλω.Ο κοσμος ανηκε ως ένα,σε τρια σημεια,δικα του τρισδιαστατος.
Ετος 1991,συμμαζευω το κοσμο.ένα εννιαχρονο ως πιο ψηλο και πιο μεγαλο,φτανει πρωτο πιο κοντα στον ηλιο.Σα σκηνοθετης,ψαχνει δυο στιγμες.Οι πρωταγωνιστριες του μπροστα στις καμερες πρεπει να ερθουν στο σκηνικο,στη Κρητη.Σκαρφιζεται να φτασει ως φυσικο φιανομενο,μια παχνη.Η αποσταση μακρινη,ο ηλιος κοινος.
Ετος 1991,ένα παλιο κουδουνι χτυπα στο δημοτικο,ο Φιφηςμπαινει στη ταξη.Η σκηνη εχει ηδη αρχισει.Το κουδουνι εχει ηδη χτυπησει.Εχουν στηθει τα σκηνικα.Δε θα ξεχαστουν,καποτε τα δυο κοριτσια θα ερθουν.Η ταινια θα γυριστει,Ο ηλιος,κάθε πρωι θα βγαινει,παραμενει αυτή η κρυφη,κατωτερη εγγυηση για τουτο.Τα παιδια θα ζησουν πολλα χρονια σα κομπαρσοι και γι αυτή τη ταινια θα γινουν ξαφνικα,πρωταγωνιστες…
Κεφαλαιο ΙΙ Το καφε
Ποσες σκηνες γυριστηκαν ξεχωριστα πρωτου η Γεωργια δωσει τους ρολους στη Μακεδονια.Πως το ποντιακο αιμα εφτασε μεσα από χιλιαδες ρολους και μικρες καθημερινες ταινιες στο Κιλκις κι αργοτερα στη Θεσσαλονικη,πως στους ατελειωτους δρομους της οι δυο προταγωνιστριες βρεθηκαν,δεσαν.Και πως,ακομη,αγνοουσαν την υποσχεση του Φιφη,για δεκαετιες,πρωτου φτασουν,τυχαια,ή μη,στο Νησι.Χιλιαδες ταξιδια,χιλιομετρα,ρολοι σε πολλες γλωσσες και για τους τρεις.Ισως ψηνονταν υπο τον ηλιο, γιομιζαν εμπειριες.Ενα απογεμα λοιπον,στο καφε,όταν οι προβολεις του ηλιου ειχαν πια σβησει,όλα βρηκαν νοημα ξανα.Οι πρωταγωνιστες,δε το ξεραν όμως ακομη…
Είναι αστειο,μια τζαμαρια,μια στροφη,μπορει να σου κρυβει τοσα.Και να το αγνοεις παντελως.Ο Φιφης,παραμενει ένα διαβολικο παιδι.Σα μουλαρι πια,γενια,μαλλια,κιλα και μια τσαντα διαγωνια.Στο Σισσι,το κουτσομπολιο είναι σα να λες καλησπερα.Η πριγκηπισσα της Ρωσσιας που το συστασε,δεν ηξερε φυσικα τιποτα για τουτο.Η ιδιοκτητης του καφε εινα πισω απ τη μπαρα.Ο Φιφης πλησιαζει.Ποια είναι αυτή.Τι ειρωνεια να αγνοει πια σε ποια ειχε δωσει υποσχεση για ταινια μικρος.Α,είναι,του λεει,ψπ ψπ ψπ….Α,λεει ο Φιφης,μαλιστα.Και μου εχει φαει και τη μπριζα του υπολογιστη,και κλεινει τη κουβεντα.
Καθεται στο διπλανο τραπεζι ο Φιφης,εκεινο το απογεμα,στη καφετερια,θα της ριξει συνολο δυο τρεις ματιες.Δε θα την αναγνωρισει.Η Μαρκελλα εχει μεγαλωσει,φοραει γυαλια,μακρυνε το μαλλι.Και το προσωπο της είναι πισω από ένα λευκο υπολογιστη,στο φως της οθονης.Πιστευω δε θα τον ειδε καν εκεινο το απογευμα,μα και γιατι να τον δει.Κι οι δυο αγνοουν ότι θα μιλανε ελευθερα από μεσα τους σε δυο βραδια,ότι θα καθονται διπλα στο ιδιο αμαξι προς την άλλη πλευρα του νησιου σε λιγο,αγνοουν το σεναριο και τους ρολους,αγνοουν τα παντα για την ταινια της μια μερας και κατι.Που από μια φαντασια του Φιφη ως παιδι,ειχε συμφωνηθει με τον ηλιο.
Ο Φιφης μικρος ειχε αναπτυξει ένα παιχνιδι.Τα βραδυα με τους φιλους του επαιζε κρυφτο,η νυχτα το βοηθουσε.Το πρωινο παιζανε κυνηγητο στο σχολειο.Για το Φιφη αυτό καθως μεγαλωνε,δε του αρκουσε.Επρεπε να βρει ένα κρυφτο της μερας για τους ανθρωπους,που θα επαιζαν και τη νυχτα.Ειχε λοιπον μεσα του γεννηθει η παρατηρηση.Στεκοταν πισω από τους αλλους,τους τρομαζε σα φαντομας,τους κοιταζε να κανουν τα δικα τους.Στους ισκιους,στις σκιες από στυλους και κολωνες,πισω από ματια και φρασεις,πισω από λεξεις κοινες και προτυπα,στη σιωπη….
Πισω από όλα αυτά,ο Φιφης αρνιοταν ότι όλα δεν είναι ρολοι σε ταινιες,ότι δεν ηταν ανιματερ στις ασκοπες στιγμες.Ειχε μαθει από το πεισμα του ηλιου,να φωτιζει μεσα από κάθε χαραμαδα,ότι δε παρατας ποτε τη ζωη,πετας τη σπιθα,αναβεις φωτια κι ας μη φαινεσαι εσυ,ας εισαι ηλιος από εκει ψηλα.Τουτα όλα της φαντασιας του τα ανυποτακτα τα πεταγε ως βελος στους ανθρωπους,υπουλα,σα φαντασμα.μα κεινος με την ενεργια που εριχνε σε αυτά,τα ονομαζε ελπιδα.
Κεινη τη νυχτα,στη σιωπη και στην οθονη,στην αγνοια της Μαρκελλας,ο Φιφης δε παραιτηθηκε.Ειπε,δε θα υπαρξει ουτε ένα βλεμμα,μα εσενα σε ξερω.Τα δαχτυλα που τωρα φιλοδωρουν τα πληκτρα,καποτε με ζωγραφιζαν ως παχνη στο τζαμι,καποτε με το τροπο τους μου λεγαν καλημερα,πρωτα σε μενα.Ειν 20 και χρονια από τοτε.Μα εγω ποτε δε ξεχνω τον ηλιο.Ειμαι ένα τραπεζι διπλα,εστησα τη σκηνη,μητε εγω θυμαμαι το σεναριο.Μα Μαρκελλα,μπορω να γραψω,να περιγραψω κι όχι πια από φαντασια ενός παιδιου,τη πρωταγωνιστρια μου.Εισαι εδώ,διπλα,μ αγνοεις.Μα εισαι εδώ,στο διπλα τραπεζι.Δεν υπαρχει κουδουνι σχολικο να με διακοψει.
Η φαντασια του Φιφη αναψε,γυρισε ο φακος,παμε τραβαμε,ειπε.Λοιπον…Η μαρκελλα φοραει σανδαλια.Κοιτω τα ποδια της.Κοιτω το δρομο,σκεφτομαι θα εχουν ερθει από κει κι εκει.κι εκει.προσπαθω σα σκυλι κυνηγετικο να σχηματισω τη τελευταια διαδρομη που εκανα οι πατουσες προς το καφε.που μενει,πως πατα,πως περπατα όταν νευριαζει.τα εχει σταυρωσει και κοιτουν διαγωνια το δαπεδο.τη κουραση να χαν σημερα…
Ο Φιφης σταματα εκει,ντρεπεται,κοιταζει με μισο βλεμμα και μονο τα ποδια της.Γυρνα αλλου το κεφαλι.Καταληγουν σ ένα σορτσακι.Μακρια,λεπτα,δυνατα,γυναικεια.τι βασανο κι αυτό ψιθυριζει.αντε τωρα να βρεις φαντασια γι αυτά.και να μην είναι βρωμικη.μα προσπαθει,λοιπον…είναι καλοκαιρι.τα ποδια ξυρισμενα,γυμνα.για κεινον σημαινουν ότι δινουν δροσια.τα ποδια λοιπον ετουτα είναι λεπιδες,γυμνες,επικινδυνες.κι οποιος νομιζουν ότι είναι απλα φωτια,γελανε.
τα ποδια τουτα είναι δυο λεπιδες που αλλαζουν τη δροσια στον ανεμο.οπως τα ακουμπαει,δε καιγεται,όπως κι ο ανεμος,που δεχεται το ξυρισμα των δυο τουτψν λεπιδων,νιωθει το προσωπο καθαρο,απελευθερωμενο.ειναι η λεπιδα του ανεμου,μαζι και το αρωματικο του,το καλλυντικο του.τουτο σημαινουν τουτα τα ποδια της Μαρκελλας,νιοτη,δροσια,απελευθερωση.Και πρεπει να γινεις ανεμος για να το δεις λιγοτερο βρωμικα,για να περασεις και να μη μεινεις μεσα στο σορτσακι.
Ο Φιφης χαμογελα,ελυσε για μια στιγμη τουτο το αινιγμα,γλιτωσε για τουτη τη φορα.Κοιταει τη μεση της.Τη λατρευει ετουτη.Λυγισμενη πανω στη καρεκλα,στραμμενη στον υπολογιστη κι αυτή,νιωθει πως την αγγιζει με τα χερια,όχι πονηρα,αφουγκραζεται,κλεινει τα ματια.η μεση της Μαρκελλας,στελνει ένα σημα,ένα παλμο,σημαινει χαδι,στηριζει ολο τουτο το οικοδομημα.Για το Φιφη η μεση κι η πλατη της είναι ενας δασος με δεντρα σε διαφορες θεσεις.νευρωνες που είναι τζαμια από καρπους και φρουτα,ατελειωτα μονοπατια για τα δαχτυλα.λακακια,σα αναχωματα διπλα σε ριζες οπου μπορει να κουρνιασει.Και το κυριοτερο,εχει απεραντα διαφορετικα φυλλα και φυλλωσιες,η μεση της Μαρκελλας είναι σαν ισκιος της ψυχης κι η ευλιγισια της ο τροπος που η ψυχη σ ένα κλασμα μπορει να κορδωθει,μαζι και να υπομεινει κάθε τι.
Και φυσικα,η πλατη που δε βλεπει είναι το στερεο παλκο των ηθοποιων,μια αιωνια αυλαια και η κουρτινα που πεφτει,κι οι ακρες τις μενουν να χαιδευουν το κορμι.Δυο στοιβαροι ωμοι,δυο χερια δυνατα,επιφοβα,αλλοτε για κεινον φανταζουν ασφαλεια,δυναμη,μα συνηθως,πονο από γροθια στη μυτη.αγνοει ετουτο το κομματι.προσπαθει,να μην το αποκοψει από το τροπο που παλλεται σαν εκεινη ανασαινει.η ανασα της διαχεεται.την ξεχωριζει από το τσιγαρο και το καπνο του που εχει εκεινη μολις αναψει.γοργη κι αλλοτε ηρεμη,του δινει να καταλαβει τη γραφει στην οθονη.συγκεντρωνεται και την οσμιζεται.και νιωθει,από την αποσταση των δυο τραπεζιων κατι γνωριμο.δε μπορει να το εξηγησει,είναι ένα κομματι από την υποσχεση που εδωσαν,ένα κομματι από αγερα της τυφλιδας.Δε μπορει να το εξηγησει,παραμενει αγνωστο ακομη και σε κεινον,προς το παρον φυσικα.
Μια δρασκελια είναι η σκεψη,στο να γεννηθει,να ξεπηδησει,να χει νοημα.Κι όταν γινεται θολη και στατικη,όταν θολωνεις τα ματια,ένα τσουπ θελει και πας στην επομενη.Απο το διλημμα λοιπον που ξερει την ανασα της Μαρκελλας,ο Φιφης,μ ένα τσουπ κυλησε αναποδα πιο πανω και μπρος,στο λαιμο της.Στο μπροστα μερος του λαιμου,που τεντωνει καθως ανασαινε και μιλουσε,φαινοταν ότι η Μαρκελλα θα ειχε μια βαρια φωνη,σαν ανεμοστροβυλλο,ικανη να σου πει αληθειες,σωστες και λαθος και να σε παρασυρει.Δε σηκωνε κουβεντα η Μαρκελλα,σ εκοβε και σε μοιραζε στο λεπτο.Κι αντε να πεις σ ένα ανεμοστροβυλο ότι εχεις λαθος.Συγνωμη αλλα,συνηθως τρεχεις να σωθεις,να καλυφθεις.
Τουτο που ειδε ο Φιφης,καθως ο ανεμοστροβυλος ηταν πια εκτος εμβελειας,ηταν κατι πολύ γλυκο.Σα κοπαζει η καταιγιδα της φωνης της,Η Μαρκελλα στο λαιμο της κρυβει μια γη ολακερη.Χρωμα καφε κι οι δονησεις της αρμονικες.Το μηκος του λαιμου είναι σα σπαρμενο χωραφι,μ ολο τον ιδρωτα και το κοπο του καρπου που φυτευει στη ψυχη της.Αν καποιος περασει κι επιβιωσει τη καταιγιδα,μπορει να γαληνεψει.Ενιωσε ότι μπορουσε με τα ματια του να βρει εκεινη τη παλια σταλα στο τζαμι,που το δαχτυλο της Μαρκελλας δημιουργησε. Και κεινη την εικοσι χρονω σταγονα,που δεν ειχε εξατμιστει ακομη,ο Φιφης της εριξε στη βαση του λαιμου της.
Η ελπιδα του ηταν να κυλησει κατω,να παρασυρει κι αλλους χυμους,να γινει ερωτικη,γυναικεια ανθρωπινη.σα φιλι στο λαιμο που θα προκαλει σεισμους να θαυμασει ετουτη την οαση καρδιας ολακερη να παραδινεται,να κλεισει τα ματια κι όταν εκεινη γινει βροχη,στα χειλη του και το προσωπο του να τρεχουν πλοεν χιλιαδες σταγονες.Κι εκεινος από ολες ετουτες,τη μια,τη πρωτη που εκεινος εριξε να πιει.Μα πλεον θα ειχε τη γευση της,τη βροχη της,τη καταιγιδα της,τη καταιγιδα αυτή από την οποια εκεινος θα εχει επιβιωσει.Κι υστερα η Μαρκελλα θα βρει τη μνημη και ηρεμα,θα μπει στην υποσχεση που δωσαν από παιδια.
Μα η σταλα που δε κυλησε προς τα κατω,τα δυο παιδια παρεμεναν στην αγνοια.Ο Φιφης κοιταξε τους νομους της φυσικης να λυγιζουν,όπως και όταν μικρη,δυο χρονω η Ναζλι ειχε καταφερει ν αρπαξει το παγωτο από το τζαμι.Η σταλα ανεβηκε και χαθηκε για παντα.Ο Φιφης ειχε πια χασει το συνδεμο από ολες τις βροχες,λες κι ο αγερας του χρονου κι οι θυελλες ειχαν χαραξει αλλιως τα αυλακια,ειχαν δωσει άλλες μοιρες,μετατοπιστηκαν,σημαδεψαν αλλα νησια.λες κι ο ηλιος δεν τηρουσε την υποσχεση του.Μα τουτο είναι αδυνατο.εκλεισε τα ματια,απομονωσε το βλεμμα που ειχε μολις σπασει από τη χαμενη αιωνια σταλα των τριων παιδιων,δακρυσε.Ανοιξε τα ματια…
Ξαφνικα τα ματια των τριων παιδιων ειχαν λυσει το αδυνατο.παρηγαγαν την ιδια σταγονα από εκεινο το τζαμι,οσες φορες κι αν στεγνωνε μεσα στις ζωες τους.Ηταν αστειο και παραλογο,μα ισχυε.Ο λαιμος της Μαρκελλας ξαφνικα,εχασε κάθε αμμο από την αμμοθυελλα,το πρισμα καθαρισε.Ηταν όλα πλεον καθαρα.ΟΙ ουλες του,οι τροχειες του,ανωτερες των αστεριων,ανεβαιναν από χαμηλα,τερμα κατω,από την καρδια και σχηματιζαν γεφυρες με το νου.γεφυρες ικανες να ξεπερνουν την περιστροφη της,ενωναν τη καρδια με το νου,με ένα τροπο παιδικο κι από καρτουν,που γελουσε με τουε φυσικους νομους.οταν η σκεψη της Μαρκελλας φωτιζε σα καθρεπτης τους αλλους,σημαινε πανσεληνος κι ο λαιμος της αρχινουσε από τη γη και χτυπουσε ως το φεγγαρι.Εκεινη,εκεινη τη στιγμη,του εδειχνε ότι μπορουσε να μαζεψει πληρως ένα φως σε μια κουκιδα και να να το ριξει κατω,να το απλωσει σ ολο το χωρο σα πυγολαμπιδες,πανω από τα ανθρωπινα,νυχτερινα,ηλεκτρικα φωτα.δικουε της πλανητες της ψυχης.κι ηταν ετουτο,ο δικος της ορισμος της ελπιδας.
Εκεινη τη στιγμη η Μαρκελλα πρωτοκοιταξε τον Φιφη.ΟΙ πορτες των τριων τουτων πλανητων,των τριων τουτων παιδιων,είναι τα ματια.εκει τα συννεφα,τα δακρυα,οι σταλες.εκει το πρισμα κι ο κοσμος που του θεταν νομους.εκει κι οι ξαστεριες και το φως που διαφορετικα μαζωναν,μονο του το καθενα,τα παιδια.και θα το ενωναν στη νυχτα τουτου του νησιου.Ο Φιφης δε μπορουσε όμως ακομη να το νιωσει πληρως αυτό.Κατι ελειπε από τις λεξεις και τις σιωπες.απο τις μνημες και της Μαρκελλας και κεινου.δε θα μιλουσαν,ειπαμε,δε θα κοιταζονταν παρα μονο μια στιγμη πισω από τα γυαλια της Μαρκελλας.Κι ειχαν κι οι δυο τοσο πολύ αλλαξει απ όταν ηταν παιδια.το λοιπον,τα βλεμματα δεν εναρμονιζονταν ακομα…
Στο λαιμο τριγυρω της Μαρκελλας κρεμοταν ένα σημαδι,ανθρωπινο,μεταλλικο,ένα Μ.η περιεργια του Φιφη το επιασε στο ρανταρ.Τριγυρω του η αλυσιδα ηταν σα τροχεια.τροχεια ενός δορυφορου,τροχεια ενός κομμητης,μικρες μεταλλικες ευχες που πετυχαν και ειχαν δεσει ομορφα και αρρηκτα σαν αλυσιδα.μια ασπιδα για τον πλανητη γυρω από τον οποιο γυριζαν,το λαιμο της.
Το Μ παρεμενε μυστηριο,σα να καρφωθηκε στο στερνο το Φιφη,σα να του ματωσε την ανασα,ααα,δε μπορουσε να το λυσει,πονουσε,εσφιγγε τα πνευμονια.το αφησε,ειχε δρωσει,το αφησε,πηρε ξανα ανασα.δε θα μπορουσε τωρα να κερδισει το χρονο,να το εξηγησει,θα τον σκοτωνε.Εσβησε τη πνοη του.Πηρε νεα,κοιταξε το προσωπο της.
Χειλη λεπτα,κλειστα.Παραξενες ιστοριες και μυθοι μοιαζαν.Γιοματα ηρωες που καταφεραν και τα φιλησαν,γιοματα τροβαδουρους που κεντησαν τη καρδια της,γιοματα θεους που καταφεραν να αποσπασουν από κεινα ένα σ αγαπω και ημιθεουςπου το χασαν στη πορεια και λερωσαν το αιμα τους,εκπτωτοι αγγελοι πεσαν από τα ματια της κι από ημιθεοι,γινηκαν ηλιθιοι.Τα χειλη τα λεπτα,σα χορδες σε μελωδιες και τα φιλια τους αγριες θαλασσες,αποστολες και εκστρατειες ολακερων στρατων,,σειρηνες που ζητουν να ναυαγησεις στη καρδια της,γοργονες που γραπωνουν στο βυθο,ναυτες που γεμιζουν ζαχαρη από τουτα αντι γι αλλα,μυθοι,πυρετοι που μπορουν να σου δωσουν,μ ιδρωτα γλυκο απ το σαλιο της.
Μαζι με όλα τουτα,δοντια ακονισμενα,φυλακες ενός στρατου θαμμενου πισω από τα χειλη,πρωτου καποιος πονεσει τη καρδια,δολοφονοι με λεξεις,αγριες δαγκωματιες που ενουν ενθυμιο,πως τουτη τη καρδια δε θα πληγωσεις.Γορδιοι δεσμοι που δε κοβονται,μα δενονται σα κομποι ναυτικοι μονο αν δωσεις ερωτα καθαρο,λαιστρυγονες,ερηνιες αν προδοθεις,φοβος,πολεμος τροικος και θυσια.Τουτα τα χειλη με τη πιεση που δινουν αγαπη μπορουν να σηκωσουν οροσειρες στο φλοιο της καρδιας σου,μα αν τα πονεσεις,σα πλακες θα σε σπασουν στη μεση,θα ρημαξουν το καραβι κι όλα τα κουπια,τα πανια θα σου καψουν,τρυπησουν.Ηταν εμφανες,τα χειλη της Μαρκελλας κραταγαν την αρχαια μυθολογια.Μια ποντιακη πινελια ηταν απ εξω,μα μεσα,εβρισκες ειτε το παραδεισο,ειτε τη κολαση.
Ο Φιφης ειχε χαθει σαν αναγνωρισε όλα ετουτα.Μ οσα αργοτερα ακουσε από τα χειλη ετουτα ενιωθε το συναγερμο και τη λαβα.καιγοταν,στεγνωναν,σκαγαν τα δικα του χειλη,ματωναν.ετρεχαν ροδονερο και πηγαν,γιομιζαν ξανα,αρθρωναν λεξεις.Για κεινον επρεπε τωρα να καταφερει να σηκωσει το βλεμμα πιο ψηλα,να μαντεψει κατι άλλο στο προσωπο.δε θα ελυνε ή εδενε τωρα τα χειλη,ηταν μακρια.κι ηταν αδυνατο.δεν τα ειχε κανει καν να του μιλησουν,ποσο μαλλον να του χαμογελασουν.
Σκαρφαλωσε πιο πανω το βλεμμα του.Ηταν μια γεφυρα η μυτη της,σα εξεδρα καυσικων σε διαστημικων σταθμο κι η κάθε ανασα της,υγρο πυρ εκτοξευε αλλον ένα πυραυλο στο διαστημα.και τουτη η γεφυρα,η εξεδρα,στηριζε δυο γυαλινες θηκες που διορθωναν τα ματια της και εκρυβαν στη κατασκευη των γυαλων απαλα και διακριτικα το βαθος που κρυβαν αυτά τα ματια.
Εκανε να πει ο Φιφης,συγνωμη,κατεβασε λιγο τα γυαλια,θελω να δω κατι,όπως αργοτερα θα το ζητουσε,για να διαβαζει μεσα τους θαυματα ή αληθειες,μα η Μαρκελλα δε θα τον ακουγε,κοιταζε την οθονη,ηταν αλλου συγκεντρωμενη.Αλλωστε,τα αυτια,ηταν σαν κουμπακια μικρα,κουμπωμενα κατω από τα μαλλια της.απροσιτα.
Τουτο μοναχα που ο Φιφης μπορουσε να ξεκρινει είναι ότι η Μαρκελλα ειχε μεγαλωσει με δυο μαυγετικα στοιχεια που εχουν οι γυναικες που φορουν γυαλια.Οταν μια γυναικα εχει δεμενα τα μαλλια της,είναι σα νηνεμια ο χρονος,μα όταν τα ριχνει,ο ανεμος ηλεκτριζεται,μαγνιτιζεται,διαολιζεται.κι ο χρονος της καρδιας του Φιφη ξεκλειδωνει και χτυπα σα τρελλος.απο ρολοι διχως μπαταρια γινεται μετρονομος κι ακολουθει τη μελωδια που κάθε ακρη από τα μαλλια μπορει να του δωσει,να του υπαγορευσει.Μια ζωντανη ποιηση που ανηκει σε κεινη,γιατι απλα,είναι γυναικα.
Μα ο Φιφης στη πορεια των χρονων μακρια από τις δυο πρωταγωνιστριες ειχε ανακαλυψει κατι πιοτερο ανησυχητικο.Κατι που ηταν για κεινον η μονη ουσιαστικη του ανασφαλεια,μαζι και χαρα.εστεκε πανω στη μυτη της Μαρκελλας σα φυλακη και κλειδι μαζι για το δεος του Φιφη.Τα γυαλια.Αν Η Μαρκελλα τα ειχε κατεβασει,εστω και για λιγο,ο Φιφης θα ειχε αφησει τις κλεφτες ματιες που εριχνε για να θυμηθει τη πρωταγωνιστρια,θα ειχε χαζεψει,θα παρατηρουσε εντονα,το σαγονι του επεφτε,θα σκεφτοταν σε εκατονταπλασιο ρυθμο πιο γρηγορα,θα γυριζαν τα μπουλονια,θα ειχε ανακαλυψει ολο το προσωπο,θα αναγνωριζε τη μια από τις δυο πρωταγωνιστριες.
Μα οι νιφαδες μαλλιων που ηταν πιασμενες πανω στο κεφαλι της Μαρκελλας μαζι κι αυτά τα καγκελλα μπροστα από τα ματια της,ηταν το τελειο καμουφλαζ.εκεινη τη νυχτα,ο χρονος κι η μοιρα ειχαν καταφερει τα δυο παιδια,να μη μιλησουν ακομη,μαλλον η πρωτη σκηνη της ταινιας,η εναρκτηρια,ανηκε στη Ναζλι,η πρεμιερα θα αργουσε ακομη μια μερα.
Ουσιαστικα ο Φιφης ειχε αναλυσει και θαυμασει από κατω μεχρι πανω τη Μαρκελλα,με το δικο του τροπο από ένα κοσμο φαντασιας παλιο,παιδικο,μα δε καταφερε να ξεσκαλισει το φως των τριων.Η νυχτα ειχε διαβει πιο γρηγορα από την υποθεση,τα παιδια ηταν κοντα,μα κι η αποσταση του ενός τραπεζιου ηταν μαρτυρικα αρκετη…


Κεφαλαιο ΙΙΙ Η καρεκλα
Το επομενο απόγεμα του Φιφη ηταν γιοματο παραξενες αναμνησεις κι αισθησεις.σαν ενστικτο ότι κατι ειχε βρει,χαμενο καιρο,κρυμμενο στη βαση τουτης της γης.το περασε σε μια βεραντα,νομιζε ότι η σκεψεις οφειλονταν στο ειχε κανει μπανιο και τωρα χαλαρωνε.εγραψε δυο κουβεντες στο διαδικτιο.ειχε φτιαξει κι ένα σχεδιο για τον ιδιοκτητη του καφε.ηξερε μοναχα ότι αργα το βραδυ,θα πηγαινε από το καφε,πρωτου παει πανω να κοιμηθει.φυσικα από το χθεσινο παζλ των τριων,συνεχιζε να αγνοει κι εκεινος,ότι δεν ειχε εμφανιστει,το πιο γρηγορο,πιο ανετο,πιο παχνιδιαρικο,η Ναζλι.
Μετα από μια διασκεδαστικη συναναστροφη με το ανιψακι του και δεδομενου ότι τα γενια του μακρυνουν λιγο μεσα σε λιγα λεπτα από το τραβηγμα που εδινε γελιο στο ανηψι,σκεφτηκε να περασει απ το καφε.ειναι το βλεμμα των ανθρωπων ένα ισχυρο εργαλειο.και μπερδευει μερικες φορες.στο ιδιο τραπεζι,παραδιπλα,ο ιδιος υπολογιστης,η ιδια πριζα (που του τη φαγανε),μα άλλη κοπελα.αλλη,πιο σκουρα,άλλο προσωπο,άλλη σταση,αλλα τσιγαρα.για καποια στιγμη νομιζε ότι ο υπολογιστης είναι κολλημενος στο μαρμαρο του τραπεζιου,δε φευγει,είναι πολύ βαρια η κατασκευη,και…αλλαζουν οι κοπελες.σχεδον δηλαδη,γιατι κι αυτή ηταν κολλημενη στο πι σι,λες κι ειχε θηκη και βαζεις το κεφαλι μεσα και δε το σηκωνεις από εκει…
Παει μεσα ο Φιφης,καλησπερα λεει.Ειπαμε όμως,στο χωριο ετουτο,στο Σισσι,η πριγκηπισσα ειχε δωσει διαταγη,ως βασιλικο αιμα.οταν λες καλησπερα,ο άλλος απανταει,να αυτή είναι αυτή και δουλευει εκει,καθεται εχει κι εχει αυτή την ομαδα αιματος.ενα πρωτοποριακο συστημα πληροφορησης της Κρητης,μα και καμαρι αυτου του χωριου,καθως η ταχυτητα ενημερωσης γινεται με οπτικες ινες,όχι αστεια,σε ένα κλασμα,ο άλλος σου ξερνα τα παντα.Μαλιστα λεει ο Φιφης,μυστηριο πραμα…
Ιδιος υπολογιστης.Πιανει το δικο του από τη τσαντα.βρες στα Γεωργιανα,Γεωργιανα,ο Φιφης αγνοει ακομη το σεναριο,και λεει.πες ότι με λενε Χρηστο και καλησπερα.Α όχι,γεια ειμαι ο Χρηστος.Αυτο και βαζει τον άλλο να το πει.Σου λεει,η Μαρκελλα βαραει μπουνιες.Η Ναζλι δε μοιαζει τετοια,αλλα καλου κακου,ε,βαλε τον άλλο μπροστα…
Η Ναζλι,ηταν κατι εντελως διαφορετικο.Μιλησε,δε καταλαβε,διορθωσε,βασικα σηκωσε το κεφαλι από την οθονη.Μεγαλο βημα.Μαλλον οι ποντιες δε το κανουν συχνα αυτό.Και ειπε τη βασικη μαγικη λεξη,εκεινη που θα ξεκλειδωνε το σεναριο για τα τρια παιδια που εκκρεμουσε για πολλα,πολλα χρονια.Παρε μια καρεκλα,κατσε εδώ.Ο Φιφης κοιταει καλα τη Ναζλι,ακομη απορει που μπορει να την ξερει,και αυτην.Μια πιανει μια καρεκλα.
Η Ναζλι είναι μια κοπελουδα που φαινεται πιο μικρη από τη Μαρκελλα.Καμποσο πιο διαχυτικη,εξισου φυσικα εν αγνοια,όπως κι οι αλλοι δυο για το σεναριο.Η πρωταγωνιστρια μας λοιπον αυτή,εχει κοντο μαλλι,με ακρες λιγο πανω από το λαιμο,τσακιρικα ματια,μα τσακιρικα όμως και φυσικα ένα προσωπο ευπλαστο.χαμογελα συχνα και η μυτη μαζι με το στομα και τα μαγουλα εχουν μια εντονη κινητικοτητα.σα λαστιχο.μικρος,φιλικος κι ευχαρης διαολος.και το βασικο,εχει την ταση να στεγνωνει το μαγιο της πανω σου όταν βγαινει από τη θαλασσα,που θα ηταν μια εξαιρετικη εμπειρια για κάθε αντρα τριγυρω από την εν λογω παρεα,φαντασιωνη μην πω,αλλα είναι μια δροσερη,πλην όμως παραξενη εμπειρια για αυτόν που βρεχεται.
Στα ατου της επισης είναι οι ανατρεπτικες χωρις λογικη στο πως πεταγονται και λεγονται ατακες όπως,πλαι(μια λεξη),πλαι πλαι(δυο λεξεις) και φυσικα το επτανησιακης προφορας,ω ναι.Ο Φιφης καταλαβε να τα ακουσει αυτά σε ένα διαστημα περιπου 10 λεπτων,μα είναι σιγουρο ότι η πατεντα στο μυαλο της Ναζλι παραγει εξαιρετικα ακαιρες,μα συμπαθητικα ικανες να σε κανουν να χαμογελας ατακες.Η Ναζλι είναι η προσωποποιηση του χαρουμενου και διαχυτικου ανθρωπου.Το μονο παραπονο είναι ότι εχουν χρωμα σοκολατας,όχι ανθρωπου και φυσικα,το σωμα της είναι…πώς να το πω…σιγουρα όχι δεν εχει κοιλια.ειναι σαν καλαμακι του καφε κι από μεσα ρεει η Ναζλι.Χωρις παρεξηγηση…
Κατανοειτε φυσικα ότι η Ναζλι απαντησε στα Γεωργιανα.Θυμηθειτε λοιπον ότι όταν ο Φιφης αποφασισε μικρος λιγο πριν το κουδουνι να πει καλημερα στα δυο κοριτσια,θα ηταν παραλογο να το πει στα Γεωργιανα.καλα καλα δε μιλουσε ελληνικα.Γι αυτό και γινηκε,παχνη και σταλα.Δειτε λοιπον εδώ πως εδεσε εκεινο το παραξενο κομματι φαντασιας.Η πρωτη σκηνη ειχε γραφει από τον ηλιο στη Γεωργια.κι ο ηλιος εκει μιλαει τη γλωσσα εκει.Οποτε η χθεσινη νυχτα,βαση σεναριου δε θα μπορουσε να εχει αρχισει από το Φιφη και τη Μαρκελλα,κανεις τους δε μιλας τη γλωσσα.Το κλειδι ηταν Η Ναζλι.
Ο χρονος κι η νυχτα χαμογελουν πονηρα μα υπερ των τριων παιδιων.Ο Φιφης αρπαζει μια καρεκλα.δεν εχει λογο να αναλυσει από πανω μεχρι κατω τη Ναζλι.Πλεον τα παιδια μιλανε.Πλεον τα παιδια μιλανε με χειλη ανοιχτα.Κι η απορια για τουτο που ειχε υποσχεθει πριν τοσο καιρο αρχιζει να δειχνει τα χναρια,αρχιζει να αποκαλυπτεται,να φαινεται.
Στα ματια της Ναζλι η χαρα σκιαγραφειται τοσο εντονα κι ομορφα.εχει κατι παιδικο και λαιμαργο.κανεις από τα δυο παιδια δε το αναγνωριζει στα λογια.πρεπει να προστρεξει στο πως αρχισαν όλα.πρωτου κουδουνι χτυπησει,πρωτου η μαμα μπει στο δωματιο.Η Ναζλι αρπαξε τη Καλημερα ως παγωτο,σουφρωσε τα φρυδια και χραπ,εδωσε μερα στο Τσιμπιλισι.Και η πολη η ιδια σα να προσταξε πως από χαζομαρα θα κυλησει ολο τουτο τυχαια,γραφοντας μια μια τις συλλαβες,τσι…τοκ…μπιλι…τοκ τοκ….τουουουμπα…Τσιμπιλισι.
Κι αν η σβουρα ετουτη ηταν εκεινος ο λευκος υπολογιστης?αν κυλησε και χτυπησε αναμεσα στις δυο μερες ωσπου να πιασει το σχι στη λεξη.Κι αν αυτή η σκανδαλια ηταν μια ακομη καλη τυχη.Και ξαναφανηκε στο επομενο βραδυ.Το σεναριο εγραφε πλεον καθαρα,τις δυο πρωτες μερες τα παιδια θα βρεθουν ανα δυο,ποτε όλα μαζι.τη τριτη μερα θα φερουν τη σβουρα μαζι.μα η οθονη δε θα ανοιξει εκεινο το βραδυ.κι ετσι κι εγινε.
Τα παιδια βρεθηκαν όλα μαζι λιγο πιο πανω,πανω από μια σκαλα.Ο Φιφης ηταν εκει,κι ανεβηκε η Ναζλι.κι η σβουρα,ηταν στα χερια της Μαρκελλας.εκεινο το βραδυ η σβουρα δεν αναψε,δε κατρακυλησε.δεν ειπε καλημερα σε καμια πολη.αναμεσα σε τοιχους και τον ανεμο, οι τρεις ηρωες πηραν αυτοι και ριχνονταν κατω στη κατηφορα. χτυπουσαν,τρεχαν,στριφογυρνουσαν,μιλουσαν,κυκλικα κι οι τρεις.Το ρολοι της νυχτας εκτιναχθηκε μαζι κι αυτό σε πορεια,αναψε το 1991 και σα παλιο βαν που δε λογαριαζει το χρονο,εβαλε μπροστα,πατησε γκαζι,επιασε άλλο χρονο,αραξε,εριξε αγκυρα 21 χρονια μετα.η σβουρα ηταν αλλιως,σβηστη και τα παιδια ακουσαν την κλακετα,γυρισαν τη πρωτη σκηνη…
Και ξερετε,για να γυριστει η πρωτη αυτή σκηνη η σβουρα χτυπησε τρεις φορες οσες κι οι πρωτες συλλαβες του Τσιμπιλισι.η Πρωτη ηταν αναμεσα στο Φιφη και τη Μαρκελλα.Το τσι.το Μπι ηρθε αναμεσα σε Φιφη και Ναζλι,το λι ανηκε σε ένα αργοπορημενο ξυπνημα και πρωινο.Σε ένα μισο καφε,σε ένα άλλο τραπεζι λιγο πιο κει.Και το τελευταιο κομματι της τουρτας εσταξε σα σταλα βροχης.Κι όλα πλεον σβουριζαν μαζι.Τη μερα εκεινη,ο αργοπορημενος καφες εδωκε την παραταση…
Κεφαλαιο IV Το πρωι
Γυρω στις 3 μιση το βραδυ εκεινο κανενα από τα παιδια δεν ειχε κοιμηθει.Ηταν η μερα χωρις δουλεια που αργοτερα εγινε και μερα διχως υπνο.Λες και κεινο το βραδυ η ιδεα εκδρομη ηταν κι αυτή μια κουτση ανησυχη καρεκλα.Ο Φιφης εγραφε με ακουστικα και ζεσταινοταν,δε κολλαγε υπνος.Η Ναζλι μιλουσε στο τηλεφωνο για ωρες κι η Μαρκελλα πιο διπλα πεταγε χερια,γραπωνε με τα δαχτυλα το μπρατσο της κι απορουσε.Το επομενο πρωι θα νομιζε ότι τη κραταγε καποιος.Η Νζαλι ειχε φαει μια μπουνια κι ελεγε όχι εγω κι ο Φιφης γελουσε κι υποστηριζε,α θα ηταν ο αορατος εραστης και κανατε αγριο σεξ…
Η ωρα ειχε φτασει πια 7 μιση.Ο φιφης ειχε πεσει ξερος με τα ποδια κατω από το κρεβατι και τον ξυπναει ο ηλιος.η Ναζλι ακομη του εκανε απορεια.Πως ειχε στα χερια της τη σβουρα,τον υπολογιστη.Ηταν λοιπον βαλμενος να το μαθει,σε δυο ωρες ειχαν πει ότι θα ναι παλι εκει.Το μυστηριο δεν ειχε βλεπετε λυθει ακομη,η πρωτη σκηνη δεν ειχε ακομη φτασει.Σα παραμυθι ή κι αστυνομικο ηταν όλα που γυρνας στη τελευταια σελιδα γιατι σε τρωει η αγωνια.
Την ωρα που η Μαρκελλα ανακαλυπτε τις δαχτυλιες στο μπρατσο της,η Ναζλι ειχε ματια μισανοιχτα,κατι το οποιο ηταν ευτυχες για κεινη.Γιατι ο Φιφης θα εφευγε μετα από μια ωρα σε ένα δυο λεπτα,εκεινη ηθελε καφε επειγοντως ν ανοιξει το ματι και ηταν χαρουμενη που σε ολον αυτό το κυκλο τουτης της παραξενης νυχτας,ειχε δυο ματια μισανοιχτα και όχι ένα χτυπημενο από τη Μαρκελλα,κατά λαθος μες τον υπνο.Η χαρα ηταν διπλη γιατι φυσικα η Ναζλι δεν ειχε την τυχη να εχει σημαδι κι από τον αορατο εραστη.
Τα δυο μη στιγματισμενα παιδια βρεθηκαν εκεινο το πρωι και κανονισαν την εκδρομη.Ουσιαστικα κι ολοκληρη την ταινια χωρις να το ξερουν.Στον 40 λεπτων καφε,που ανοιξε το ματι αλλα δεν ελυσε το μυστηριο του αορατου εραστη,τα τζαμια των τριγυρων σπιτιων αρχισαν να μεστωνουν στην υγρασια,παχνη και λεξεις κανονιζαν στοιχηματα για τη πρωτη στιγμη,τα εννιαρια από το 1991 τσακωνονταν με τους ασσους ,ψαχνοντας να σχηματισουν το 2012 με καποιο τροπο,όλα κυλουσαν προς κεινη την επανενωση.
Ισως σε καποια στιγμη εκεινης της μερας,η Μαρκελλα αρχισε να νιωθει πιο καλα,εσπασε τη φυλακη των γυαλλων,τα κατεβασε και μεγαλη πια,πηγε προς το παραθυρο.Διπλα της ηταν ξανα η Τυφλιδα,κι η παχνη πλεον ηταν ένα σεμνο σκυλι που αναζητουσε χαδι.απλωσε το χερι,χαμογελασε και ειπε καλημερα.τα συννεφα της σκεψης της απλοποιηθηκαν,ενιωθε λιγοτερο μπερδεμενη.
Η Ναζλι γιορταζε σθεναρα,αυριο ρεπο,αυριο εχω ρεπο…ο ηλιος εσκυβε ν ακουσει ξανα το μαντατο.ρεποοο?ωχ κι αν ειχα κι εγω ενα.καθε μερα πανω,τοση ζεστη.ασε που αυτοι εδω θα με χρησιμοποιουν ως προβολεα.μα η Ναζλι (Μικαελα) ειχε καρφιτσωσει ενα πλατυ πλατυ χαμογελο.τοσο παλτυ απο χαρα για τη ξεκουραση που κι ο ηλιος γλυκαθηκε,του περασε το παραπονο.δακρυσε χλωμα στη χαρα τουτου του κοριτσιου,συγκινηθηκε.το δακρυ δε φανηκε,εσβησε γοργα ο φλοιος του.μια σταλα κατηφορισε ως το μαγουλο της Ναζλι.μια χαρωπη,πεταχτερη ηλιαχτιδα.ο Φιφης τη παρατηρησε να φιλα το προσωπο κι αχνα ξανακοιταξε,παραξενευτηκε,κοιταξε προς τον ηλιο μ απορια,μα κεινος δε του αποκριθηκε,δεν εδωσε περαιτερω σημασια.

Ρεπο ε,αποκριθηκε στη Ναζλι...εχω μια ιδεα....Ο φιφης σωπαινει,χανεται.ενω περιμενουν τα λογια του.όταν ακουει γιοματες χαρες γινεται μπιλια κι αντιτασσεται του ηλιου.ρουφαει το φως κι ελπιζει από μεσα του.πρεπει τουτη τη χαρα να τη γιομισω,λεει.η σκηνη αλλαζει ετσι.στο ηρεμα τακτοποιημενο του φως,εντος,ο φιφης δε γνωριζει ηλιο.εχει μια θεση δικη του,γαληνια.κι αρχιζει αναδιανομη στο φως.
Γυρνα σαν από ενστικτο πισω,πολύ πισω και θυμαται κεινο το πρωινο.τον ηλιο,τα βηματα του προς το σχολειο.εχει επιγνωση πλεον,θυμηθηκε.αγρια η χθεσινη νυχτα,στριμωγμενη σε μι απόμερη γωνια το κοιταζει.τον φοβαται,εχει θυμηθει τα παντα.σα να τον τσιμπα,σα να τον σημαδευει με συννεφακια κι ο ουρανος κι ακαμπτες σταλλες,μα το δακρυ που τρεχει εντος του είναι χαρα.ολακερη συναυλια από χαρες.ενα φολκ φεστιβαλ μνημης κι αγαλλιαση.ανεβαινει ως τα ματια.παει να φανει,να το δει κι η Ναζλι.
Το μυστηριο θα χε μολις τελειωσει.ε…ακουγεται το σχολικο κουδουνι.ε,του λεει η Ναζλι,κατι ελεγες.ναι,λεει αυτος.σ ένα κλασμα ο φιφης φευγει από τη καρεκλα,ορμα του σκηνοθετη της ζωης,αρπαζει του τη καρεκλα.τωρα εχει αυτος το σεναριο στα χερια.στο ιδιο κλασμα γυρνα πισω σκηνοθετης.ναι,λεει,στη Ναζλι,ναι,ελεγε,παμε ολοι μαζι μια εκδρομη…
Τα ματια της Ναζλι φουρτουνιαζουν.Μικρες νιφαδες καλυπτουν την οψη.δε κλαιει,εινα υδρατμοι χαρας όλα τουτα.χαμογελω.τραβαει τη ταπα του βυθου της χαρας,ουρανιο τοξο πλατθ.παμε.παμε.παμε.ακουγεται.εχει σε μια σταλλα ζωης πανω ξυπνησει,εχει φορτωσει μπαγκαζια.ειν ηδη ετοιμη.
Τα δυο παιδια χωριζουν τους δρομους τους.η ιδεα ετεθη.ο φιφης εχει ηδη παρει το καπελο του σκηνοθετη.γνωριζει.υπαρχει σε κοσμους πολλους και παραλληλους.η επιγνωση τον φορτωνει γλυκα με ευθυνη.εχει βρει την ευτυχια στο μελλον που δεν εχει ερθει,μα εχει το τροπο να το προβλεψει και πραξει πλεον.
Μεσα στο νου του είναι ρητες ολες οι εντολες,κινουνται ισορροπιες.το νησι μπορει να γυριζει κυκλικα σα το χρονο αν θελει,αν ο χρονος δεν αρκει για τα σχεδια του.εχει βαλθει να αναγνωρισει τις αποστασεις,να τις κοψει στη μεση,μα τις ραψει τσεπες και μεσα να ριχνει αδιακριτως όλα του τα φλουρια των σκεψεων.οποιο δεν υπαρχει πετα στον ανεμο.
Ο ανεμος απορει.σα τροχαλιας γυρνα και του χαιδευει τα μαλλια.κι οι ουρανοι βρισκουν ένα τροπο ατομικα να δειχνουν στο φιφη τη νυχτα τους,καθονται στις ακρες των κλειδαριων από τις μυτες του,λυγιζουν κι αρθρωνουν με σφυριγματα λεξεις.τι θελουν,τι κουβαλουν.ολα συμφωνουνται.ολες οι δυναμεις μαζωνονται εκει.
Στο παζαρι με το κάθε τι γυρω του ο φιφης διαλεγει,ποια αστρα θα σταθουν το βραδυ,ποιοι ηλιοι κριτες θα τελωνιζουν από πανω.τη θερμοκρασια της θαλασσας,τον ανεμο,τα χαδια,τα φιλια των συμπαντων.ολα είναι στο χερι του.σα να μην υπαρχει παραλια.σα να εχει ένα μπλε και να πετα σκεψεις και χρωματα.ετοιμαζει για τις δυο κοπελες,αυτό που ειχε υποσχεθει.ετοιμαζει μια εκδρομη,μια αποδραση.μια μερα αλλοιωτικη.μακρινη…
Τοσο πολύ πιστευει στα ονειρα που αδυνατει να γυρισει στο τωρα.ειναι σε μια ταρατσα ξαπλωμενος κι ο ηλιος από πανω του τον παρατηρει.στελνει αχτιδες σα σηματα μορς.πολυ σκοτισμενο τουτο το παιδι.ο ηλιος φωτιζει τα ματια.σπανιο θεαμα για κεινον,τα ματια τον κοιτουν ωρα πολύ και σταθερα,δε φοβουνται,δε καιγονται.κι ο ηλιος αναγνωριζει,το παιδι ονειρευεται και συνομιλει με τους οριζοντες.
Ο ηλιος γνωριζει,το πρωινο ετουτο,απλωνει το χερι του σε φθινοπωρα κι αρπαζει ένα συννεφο.το στελνει πανω από το παιδι.αυτο θα σου ησυχασει για λιγο τις σκεψεις.μη τρεχεις.ολα δικα σου.κι ετουτη η γης.κι ο χρονος.πλεον δεν εισαι μονο ηθοποιος.ολα ετουτα όπως τα θες σ ανηκουν ή τα χρωστας.το παιδι γνεφει,κατανοει.ψελλιζει,ολος ο κοσμος δικος μου λεει.πιστευω σε μενα τοσο.πιστευω και σε σενα πατερα Ηλιε.
Ο ηλιος πηρε αυτό που ηθελε,το παιδι δεν ετρεξε το χρονο ως τη νυχτα που περιμενε.γυρνα πλευρο ο ηλιος,οι ωρες ξεροσταλλιαζουν,θριμματιζονται,ένα βλεμμα αποσταση,το παιδι βρισκεται στο ιδιο σημειο.μα πλεον είναι απογευμα.

Κεφαλαιο 5 το μπαλκονι
Απογευμα ακομη,ο χρονος μια αγκαλια,ένα μωρο που πρεπει να νανουρισεις αναμεσα στις ωρες και σα κουδουνιστρα να παραγεις σειρες σκεψεων.παραμυθι οι ανασες σου και ποιημα γλυκο.πως να νανουρισεις ένα ολοκληρο απογευμα?φανταζει αδυνατο.η αναμονη για την αυλαι είναι ολακερη παρασταση.
Ο φιφης παρεμεινε ακομη να σχεδιαζει τη πρωτη σκηνη.βαρυς ο ρολος του.μερικες φορες ευχοταν ο χρονος να τρεξει,να γλιτωσει.κι άλλες φανταζε επαγγελματιας που κρυβει το αγχος του σε κινησεις και δε προφταινει να σχεδιασει σωστα το κάθε τι.
Το κινητο είναι στ


 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 7
      Στα αγαπημένα: 0
 
   

 Ταξινόμηση 
       Κατηγορίες
      Αταξινόμητα
      Ομάδα
      Αταξινόμητα
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

Ραδαμανθυς
 
monajia
30-08-2012 @ 06:56
manicdim
30-08-2012 @ 10:31
ma m k r d m e g a m e g 12,6
Αμάλθεια
30-08-2012 @ 20:11
http://www.youtube.com/watch?v=fJby2fs0SQI

έλα πες μας..τι σημαίνει;
12,6 είναι ημερομηνία μάλλον
μαντεύω αρχικά ονομάτων..
manicdim
30-08-2012 @ 21:33
τα γραμματα ειναι αρχικα ονοματων,πραγματι.
αλλα για το 12,6,για το τι σημαινει τι ενα εχω να πω μονο.
οπως και κατι που ειχα γραψει κι ηταν δειγματοληψια...
και δεν εδινε πληροφοριες,
...η περιεργια σκοτωσε τη γατα...και τις 7 φορες...
manicdim
06-09-2012 @ 12:17
http://www.youtube.com/watch?v=0qncF05C6L8
manicdim
06-09-2012 @ 12:18
http://www.youtube.com/watch?v=mJAVi4VkADI&feature=related
manicdim
06-09-2012 @ 12:18
https://www.youtube.com/watch?v=HGm6N_6q244&feature=related

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο