Η αχελώνα
Στίχοι: Σοφία Γιαννάτου
Μουσική: Λεωνίδας Μαριδάκης
1η ερμηνεία: Φένια Παπαδόδημα

Απ`της Σύμης το γιαλό βάρκα βγήκε πρόβαλε
πριν απ`τον Αυγερινό να προλάβει τον καιρό.

Ήτανε κι ένας ψαράς δόλωνε ξεδόλωνε
παραγάδι πετονιά ψάρια έπιανε πολλά.

Και μια μέρα στ`ανοιχτά μια χελώνα συναντά
την ψαρεύει με το δίχτυ και την παίρνει για το σπίτι.

Την αφήνει μοναχή της πάει αυτός στην αγορά
βγαίνει αυτή απ`το καυκί της μια πανώρια κοπελιά.

Ο ψαράς στην αγορά κι η χελώνα μες στο σπίτι
έγινε νοικοκυρά με το φως του αποσπερίτη.

Βάζει ψάρια στη φωτιά δυο μπαρμπούνια ροδοψήνει
βάζει ρίγανη και λάδι έρχεται ο ψαράς το βράδυ.

’’Άραγε ποιος μαγειρεύει’’ λέει μονάχος κι απορεί
πάει και παραμονεύει το πρωί με την αυγή.

Βγαίνει πάλι η αχελώνα μια πανέμορφη κυρά
την παντρεύεται γυναίκα μα τον βρήκε συμφορά.

Ζήλεψε ο βασιλιάς και φιρμάνι έβγαλε
να την πάρει του ψαρά τη χελώνα την κυρά.

Του`δωσε παραγγελιά στοίχημα του έβαλε
να`ρθει τώρα στο παλάτι να το βάψει με χρυσάφι.

Να χρυσώσει το παρτέρι μέσα κι έξω την αυλή
να καλέσει ένα ασκέρι για να φάει και να πιει.

Να του βρει κι ένα ανθρωπάκο το μικρότερο στη γη
να`χει γένια, να`χει χτένια να`χει μπόι μια πιθαμή.

Όλη νύχτα ο φτωχός γύρνα κλωθογύρναγε
μα στου φεγγαριού το φως όλα γύρισαν αλλιώς.

Ένα μαγικό ραβδί η χελώνα του`δωσε
να χρυσώσει την αυλή μέχρι την ανατολή.

Του`δωσε κι ένα τσουκάλι με ολόχρυσο κουτάλι
ένα ασκέρι να ταΐσει και το ρήγα να νικήσει.

Του`στειλε τον αδερφ'ο της που`χει μπόι μια πιθαμή
μες στου βασιλιά τα γένια σαν το ψύλλο να χωθεί.

Ζήσανε για χίλια χρόνια ο ψαράς και η χελώνα
και ο ρήγας στο παλάτι όλο ξύνεται ακόμα.