Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
98750 Τραγούδια, 239986 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 

Η επιστροφή της Ευρυδίκης      
 
Στίχοι:  
Νίκος Εγγονόπουλος
Μουσική:  
Αμελοποίητα


Μεσ’ στο χαμένο
το μικρό
λιμάνι
π’ άγγιξαν
σαν τις στερνές
σταγόνες
του
ήλιου
των ψαριών
τα δάκρυα
υψώνεται η ζωή
κάθετη κι ήρεμη
σε μαρμαρένιες
γούρνες
και λωτούς
πικρούς
με τους νοσταλγικούς
ρυθμούς
των βαρυαύλων
και της
νύχτας
και να
όπου μας πρόφταξε η ώρα
και ζωντάνεψαν
τα όνειρα
που ειπώθηκαν
στους παιδικούς αχάτες
κι’ οι φοινικιές ετρελλαθήκανε
και καίγονται
κι’ ορθώσανε
προς τ’ άστρα
τ’ άσπρα
χέρια τους
και στα σκοτάδια
τις κραυγές
των πόθων
και τώρα
τα μηνύματα
αρπάξανε
τα φλάμπουρα
π’ ανέμιζαν
στου άγριου
δάσους
τους απόρθητους
κρυψώνες
κι’ οι στοργικές
φωνές
πάλι
ακούστηκαν
νάρχωνται
από
τα τρίσβαθα
τα φωτεινά
των
οριζόντων
και οι λυγμοί
όπου
σα βάσκανες ματιές
χρωμάτιζαν
του πυρετού τα ντέφια
στης λατρείας τα κλωνάρια
αργά αργά
σιγούν
μια που
πιο γρήγορα
θα ξεχαστή
του χωρισμού
το κλάμμα
αφού προβέλνει
το θηρίο
τ’ ανεμόδαρτο
ίδιο ξυλάρμενο
μέσα στης ζήλειας
το δρολάπι
— κι όχι ο
συνηθισμένος
ο Μινώταυρος
ο γνώριμος
αλλά
ένας ταύρος
με ανθρώπινο
κεφάλι —
και πίσω
τα πλατειά
φτερά
ανεμίζουνε
— ωσάν τ’ αγρίμι
π’ ούρλιαξε
σε βάθρα
αγαλμάτων —
και τα λυχνάρια
δείχνουνε
το δρόμο
που έρχουνται
και οι δαυλοί
ορίζουν
της
πομπής
το δρόμο
κι έρχονται
οι ανέραστες
παρθένες
που ασέλγησαν
σ’ αντιφωνάρια
λυτρωμού
και
πόρπες
σαβανώτρες
κι’ έρχονται
και μου
δείχνουν
με τα
ματωμένα χέρια τους
το δέντρο
της ζωής
και του
θανάτου
όμως δε με γελούν
γιατί τα
χείλια
μου
τα ξέσκισ’ άσπλαχνα
η
εκδίκησις
κι’ ο
πελεκάνος
της θυσίας
και γιατί
μεσ’ στα
μάτια μου
βαθειά
ριζώσανε
τα
μανιασμένα
αστροπελέκια
του
πελάγους
κι’ αν ο
ανίερος κύκλος
δεν κατάφερε
να ζήση
μεσ’ στο
είναι μου
τα σαρκοβόρα
τρεχαντήρια
οι
υπερήφανες
αγριοφωνάρες
μου
ξυπνήσανε
τις
ερημιές
τις
φοβερές
που
ζώνει
η
νύχτα
κι αν η πομπή
κυλάη
το δρόμο
της
μεσ’ στων δαυλών
τα φώτα
και τα σείστρα
και μπρος
πάντα
πηγαίνει
ο ταύρος
ο
ανθρωπόμορφος
και τελευταίες
οι παρθένες
με τα μύρα
όμως
το ξέρω:
είμαι ο μόνος
που εδάκρυσε
όταν
περάσανε
αυτά
τα
λυρικά
σφαχτάρια
και ξέρω
ότι
το δέντρο
όπου
εφάνταξε
είναι
το δέντρο
της ζωής
μονάχα
είναι το δέντρο
που
στις
δροσερές
παλάμες του
κρατά
το αιώνιο
μυστικό
της λήθης
κι’ είναι
το
δέντρο που
καρτερικά
πάντοτε
πρόσμενα
να γινώ ένα
με τις
πυκνές
τις
φυλλωσιές του
είναι το δέντρο το μονάκριβο
που
τα λουλούδια
του
έλεγαν
πάντα
το
τραγούδι
της
χαράς
μου
κι’ είν’ η Ε υ ρ υ δ ί κ η
η Ευρυδίκη που έρχεται
και φεύγει
και ΞΑΝΑΡΧΕΤΑΙ
για
να
σταθή
οριστικά
μεσ’ στη
φρικτή
πληγή
των
αγριεμένων
σωθικών μου
(κι’ ίσως
και
για
να
δικαιωθή
ο παλιός
χρησμός
πού
κάποτ’ ώρισε
πως είμαι
ο Ορφέας
ο ψηλός
λεπτός
κι αθάνατος
βγαλμένος από
τα πλατειά
τα στήθια
του Ερμή
του
Τρισμέγιστου)
και τώρα
που
το όνειρο
εθριάμβεψε
μεσ'
στο μικρό λιμάνι
όπου άραξε
η πυρκαϊά των φοινικιών
στις
μαρμαρένιες
γούρνες
πάλι η χαρά του ήλιου
ολούθε απλώνεται
κι’ ηχούν
μονάχα
οι βαρύαυλοι
σαν έρθη
η νύχτα.




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: -
      Αναγνώσεις: 236
      Σχόλια: 0
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   cactus @ 12-08-2017


Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο