Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
68917 Τραγούδια, 220580 Ποιήματα, 26564 Μεταφράσεις, 26564 Αφιερώσεις
 

 Η Μαγδαληνή      
 
Στίχοι:  
Κώστας Βάρναλης
Μουσική:  
Αμελοποίητα


Μες σε παλάτια, που σα σπήλια αντήχαν απ’ τις μουσικές
κι άστραβαν απ’ τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα,
στα μάγουλά μου, που κανείς δεν τα είδεν ήλιος, οι μοσκιές
γλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δαγκώναν σαν οχιές
στην κρυσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλιστρούσε νότα.

Στην τεσσεροβασίλευτη Γιουδαία εγώ `μουν η Πηγή:
του κόρφου μου τ’ αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα.
Ωσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη,
σαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή.
ο έρωτας μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα.

Σκοτάδια ήτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι αμμουδιά
και στα γλυκά τα χείλια μου πικρά πολύ τα γέλια.
Και μου τινάζαν άξαφνα τ’ αγνώστου φόβοι την καρδιά
και μου κοβόταν η αναπνιά μες σε φορέματα φαρδιά —
απ’ του Θριάμβου την κορφή μακριά `βλεπα συντέλεια.

Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά σιγά.
Ωραίος δεν ήσουν, τιποτα δεν είχες πάνω σου άξο!
Κοίταγες χάμου τα χαλίκια, ως μίλαγες σιγά κι αργά.
Την τρίτ’ ή τέταρτη φοράν άρχισε ο νους μου να ριγά
κι ως σήκωσες τα μάτια σου, δε βάσταα να κοιτάξω.

Κι ένιωσα ορμή ασυγκράτητη στα πόδια σου να κυλιστώ.
Είδα να σειέται μέσα μου ψυχή παρθένα ως τώρα.
Την ευτυχιά τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό,
τη λευτεριά, στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό
και την υπέρτατ’ ηδονή στον πόνον, — άξια γνώρα.

Και στους φτωχούς μοιράζοντας τα υπάρχοντα μου (ασημικά,
διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες και παλάτια)
τα βήματά σου ακλούθησα, που κι αν τα σβηούσε ταχτικά
στον άμμ’ ο αγέρας του βραδιού, σα φώτα μένανε γλυκά
για πάντα σ’ άμμο και ψυχή και σ’ ακοές και μάτια.

Πράματα νέα δεν έλεγες κι ούτε, με λόγια νέα, παλιά.
Από πολλούς κι από καιρούς ολά ήταν ειπωμένα.
Μα `χες τη δύναμη ν’ ακούς των ουρανών τη σιγαλιά
κι όλα για σένα (κι άψυχα κι ανθρώποι) διαφανα γυαλιά
και διάφαν’ η καρδιά του Θεού για σένα — και για μένα!

Κανείς (και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί)
δεν ξανοιγε το σπαραγμο στα θαματα σου πίσω
κι αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
εγώ μονάχα το `νιωσα, που ήμουνα λάσπη και κοινή,
πόσο Χριστέ `σουν άνθρωπος! Κι εγώ θα σ’ αναστήσω!




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: -
      Αναγνώσεις: 21
      Σχόλια: 0
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   KONSTANTINOS @ 19-05-2017


Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο