Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
101386 Τραγούδια, 244871 Ποιήματα, 28004 Μεταφράσεις, 26570 Αφιερώσεις
 

Άσ΄ τους εκεί περνάνε ωραία - 1998      
 
Στίχοι:  
B.D Foxmoor
Μουσική:  


Κι εσύ ρε ήλιε μοιράστηκες πολλά μαζί μου
στο ταξίδι μου σ’ έχω χαραγμένο στο κορμί μου
για να σε βλέπω πάνω στη λιγοψυχιά μου
όταν τα χάνω και πνίγεται η μιλιά μου.
Βγάζω φωτιά για να φωτίσω τον βάλτο
για να πιστέψω ότι κατέβηκες για λίγο κάτω
να δεις ξανά όσα άφησες και σου `μοιαζαν ωραία
να χορεύουν τώρα με τον θάνατο παρέα.
Να κυλιούνται στο χώμα με ένα μεγάλο στόμα
να προσπαθεί να αφήσει το φαρμάκι του ακόμα
πάνω στους μύθους, μπορεί και πάνω στο όνειρό μας
μα η φωτιά έγινε πια το ριζικό μας.
Φύλακας άγγελος φυλής που ποτέ δε σβήνει
κι όσες φλόγες περισσεύουν στο σκοτάδι φτύνει
για να κρατήσει μακριά μας όσα σέρνονται ερπετά
και να τα βλέπει να χάνονται στο βούρκο μετά.
Γι’ αυτό σου λέω αν θέλεις να `ρθεις εδώ κάτω ξανά
ξέχνα για λίγο τα λημέρια σου τα φωτεινά
έλα να πέσουμε στη λάσπη και τα φίδια να κοιτάνε
άσ’ τους εκεί καλά περνάνε.

Άσ’ τους εκεί
άσ’ τους εκεί περνάνε ωραία.

Καλέ μου φίλε λοιπόν θα `θελα κάτι να ξέρεις
πριν κατέβεις στο βάλτο και λυγίσεις και υποφέρεις
ότι εγώ έχω ορκιστεί κι έχω διαλέξει
να μείνω εδώ το πετσί μου όσο αντέξει.
Για να κρατήσω σαν ανάμνηση την τελευταία πνοή τους
και να τους δώσω μια ματιά μου να πάρουν μαζί τους
έτσι απλά και μη με κακοκαρδίσεις
αφού τζάμπα δεν αξίζει το μίσος να χαρίζεις.
Κατάλαβέ με την πίκρα μου έφτιαξα μαχαίρι
και την κρατάω πάντα στο χέρι κι ότι φέρει
δεν θέλω να το μοιραστώ με κανέναν σου λέω
κι ούτε τις τύψεις να αποφύγω αν φταίω.
Γιατί έτσι κι αλλιώς άλλοι μας στήσαν παγίδα
κι όταν πέσαν μέσα οι ίδιοι χάρηκα το είδα
γι’ αυτό σου λέω αν δεν αντέχεις
άραξε εκεί στα λημέρια σου τα φωτεινά
σαπίσαν όλα πια στο βάλτο και εδώ είναι πάντα σκοτεινά.

Τώρα χορεύουν τα ερπετά με τον θάνατο παρέα
άσ’ τους εκεί περνάνε ωραία.




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: 100%  (1 ψήφοι)
      Αναγνώσεις: 5058
      Σχόλια: 2
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Δισκογραφία 
 
[1] Umicah
1998
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   tsiou @ 13-06-2011
   ΖΟΡΜΠΑΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
01-09-2015 14:09
ΑΠΟ ΤΗΝ LOW BAP ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΟΥΝ , ΤΡΑΒΑΩ ΤΩΡΑ ΠΙΟ ΠΕΡΑ ....

συγχωραμε αλλα επειδη ψηλο φρικαρα με ενα βιντεο απο την κυπρο ...

σου δινω αυτο και ....

αν θελει ο θεος απτην Low bap να την βρουν ακομα καλυτερα ...
   ΖΟΡΜΠΑΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
01-09-2015 14:07
ΉΘΕΛΑ ΝΑ ΜΟΥΝ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΣΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ
ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥ ΛΕΩ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΜΟΥ ΑΝΤΕΞΕ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΝΑ ΤΡΕΧΩ ΝΑ ΠΡΟΛΑΒΩ
ΝΑ ΤΟΝ ΕΔΩ ΠΡΩΤΟΥ ΠΕΘΑΝΕΙ
ΝΑ ΜΕ ΑΝΤΑΜΩΣΕΙ ΚΑΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΝΑ ΑΝΑΣΑΝΕΙ
ΠΡΙΝ ΝΑ ΧΑΘΕΙ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΜΑΖΙ ΟΤΑΝ ΤΟΝ ΓΙΟ ΘΑ ΧΑΝΕΙ
ΝΑ ΤΙΣ ΜΙΛΙΣΩ ΓΙΑ ΡΑΚΙ
ΠΩΣ ΠΙΝΑΜΕ ΤΙΣ ΝΤΟΚΕΣ
ΚΑΙ ΠΩΣ ΧΤΥΠΟΥΣΑΜΕ ΒΑΡΙΑ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ΤΙΣ ΜΠΟΤΕΣ
ΝΑ ΔΕΙ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΞΑΝΑ
ΚΑΙ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΗΘΕΛΙΜΕΝΟ
ΣΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΑ ΨΕΜΜΑΤΑ ΡΕ ΣΥ ΤΟΝ ΕΙΔΕΣ ΞΑΠΛΩΜΕΝΟ
ΠΡΩΤΟΥ ΤΟ ΓΙΟ ΤΗΣ ΞΑΠΛΩΤΟ ΝΑ ΔΕΙ ΣΕ ΦΕΡΕΤΡΟ ΧΩΜΕΝΟ
ΚΛΑΜΑ ΠΡΟΣΠΑΘΑ ΝΑ ΜΗΝ ΔΕΙ ΑΔΕΡΦΕ ΝΑ ΜΗΝ ΡΑΓΙΣΕΙ
ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΕΙ ΚΑΙ ΧΩΜΑ ΑΥΤΗ ΠΑΤΗΣΕΙ
ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΜΙΚΡΕ ΚΡΑΤΑ ΓΕΡΑ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ
ΓΙΑΤΙ ΑΝ ΣΟΥ ΠΕΣΕΙ ΧΑΘΗΚΕΣ ΧΟΝΤΡΗ ΤΣΕΠΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ
ΠΡΕΠΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΝΑ ΚΟΙΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΨΗΛΑ
ΒΑΡΑΝ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΜΑΚΡΙΑ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΕΙΝΑΙ ΧΑΜΕΝΟΣ
ΜΗΝ ΤΡΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟ ΡΥΘΜΟ ΝΑ ΕΧΟΥΝ
ΤΣΑΚΑΛΙΑ ΘΑ ΟΡΜΗΞΟΥΝΕ ΝΑ ΦΑΝ ΤΑ ΛΟΓΙΚΑ ΣΟΥ
ΠΑΡΕ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΦΑΣ , ΝΑ ΠΙΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΣΟΥ
Ο ΑΛΛΟΣ ΠΑΕΙ ΝΗΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΠ ΄ΕΞΩ
ΜΗΝ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ ΤΙ ΕΧΕΙΣ
ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΓΛΥΚΑ ΕΣΕΝΑ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ
ΔΙΠΛΑ ΣΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΙ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥ ΑΣ ΜΗΝ ΣΤΑΞΕΙ
ΝΑ ΔΕΙ ΚΑΙ ΕΣΥ ΑΝ ΑΛΛΑΞΕΣ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΗΣ
ΤΟ ΑΚΟΥΩ ΦΙΛΕ ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΛΙΓΗ ΗΡΕΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΨΑΧΝΩ
ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΝΑ ΜΗΝ ΣΤΑΞΩ
«Ήρθες παλιόφιλε καλέ , ήρθες χωρίς να ξέρεις
τον πόνο που΄χω το βαρύ όταν νεκρό μου φεύγεις»
Αρχίζει τότε το άλογο , χορό στις δοξαριές του,
και αφυψηλού περήφανα χορεύει στις ξυλιές του.
Κάθε ξυλιά και χτύπημα πετάλου πα στο χώμα,
και κάθε πόνου καμπανιά θανάτου σκούρο χρώμα,
και ο βιολιτζής κάθε φορά που ράγιζε η ψυχή του,
απ’ το χορό του αλόγου του, έβγαινε και η φωνή του .
Δάκρυ και αίμα έσταζε στο χώμα απ’ το κλαδί του,
καμπάνα κούφιας εκκλησιάς σαν έβγαινε η φωνή του.
Να σταματήσει ήθελε, λάθος μήπως και κάνει
Και κατά λάθος στο σταυρό το άλογο μην βάνει.
«Παίξε μου κι άλλο βιολιτζή τον χάρο μην φοβάσαι
μαζί του βλέπεις περπατώ στο δάσος που κοιμάσαι»
Τρόμαξε τότε ο βιολιτζής και άρχισε να χορεύει
φοβήθηκε μην κοιμιστός παίζει και τον πλανεύει
Άρχισε τις ανάποδες τις δοξαριές που λίγοι ,
μπορούν σε χάρο δακρυστό σκάλας να δώσουν ρίγη
Λές και έβλεπε ένοιωθε αυτόν που πήρε το παιδί του
που με ευχές χρόνια πολλά έπαιζε στην γιορτή του.
Είχε σημάδι στην καρδιά που βάρος είχε τόνους
σε θάλασσας βαθειά νερά που ΄χε να πέσει χρόνους.
Και τρυπημένο με άγκιστρα που μελανιές αφήνουν
από ταψί ορείχαλκου που ούτε οι φωτιές το σβήνουν.
«Μην σταματάς ούτε στιγμή , τον ήχο που χαϊδεύεις ,
νεκρώσιμο νοιώθω σκοπό και εγώ εσύ πως παίζεις»
Δάκρυσε τότε ο βιολιστής στου λόγου αυτόν τον ήχο
και τότε αρχίνησε να τραγουδά τον παρακάτω στοίχο,
είχε χρόνια πολλά να δεί και να ακούσει δάκρυ
απτο φτωχό που του λαχε να δει να βγαίνει άκρη
Σε βήματα κρυφού σκοπού που μόνο εκείνος ξέρει
Σε ποιού το δρόμο έχει κερί και ποιού ακουμπάει χέρι .
«Μικρό είσαι αγγελούδι μου , σε δάγκωσαν τα άστρα
χόρευες από δυό χρονών στου ονείρου μου τα κάστρα.
Χόρευες και δεν σε ένοιαζε , ποιανού χορό χορεύεις
Αφού δοξάρι δίπλα σου , είχες εμένα και έχεις»
Σταμάτησε του βιολιτζή , για μια στιγμή να στάζει
το δάκρυ του που κύλαγε , κάτω στην γή να φτάσει .
Φώναξε τότε δυνατά τον παρακάτω στοίχο
Και ανάσταση λες και έγινε από καμπάνας ήχο.
Φώναξε τόσο που έσπασα το τάμα του ρεμπέτη
που χόρευε δίχως ντροπή στις μουσικής την μέθη
Τρόμαξε και ο άνθρωπος απ’ τις φωνής τον ήχο
Που του ‘μοιαζε πως ήτανε σαν τις καρδιάς του χτύπος .
Συνέχιζε όμως να κοιτά τον βιολιτζή στα μάτια
που κάθε νότα που έπαιζε τον έκανε κομμάτια .
«Χόρευε και μην μελετάς του αλόγου σου την όψη
γιατί από τρίχες εκεινού , σου παίζω για τη νιότη.
Την νιότη που είχα και έχασα σε μιας στιγμής αγάπη .
αγάπη που έδωσε τροφή σε αστεριού γινάτι»
Πόνεσε τότε του χεριού , παλιά πληγή του ανθρώπου
που είχε από γεννησιμιού σημάδι πάρει πρώτου.
Μηχανικού που λάδωνε σγκουριές για τα καράβια
Και που αυτουνου πατέρας του του δώσε μαύρα χάδια.
Τον διώξανε και κεινονε με του θανάτου στίγμα
του ζωντανού τον χωρισμό που δεν λογατε βήμα.
Κάθε του βήμα και μιλιά με κλάματα πλεγμένη
και κάθε δάκρυ τουφεκιά σε εκκλησιά ριγμένη .
Ήξερε λένε και έριχνε με την ματιά μολύβια
μολύβια όμως που δεν λογάν τις μοίρας τα παιχνίδια .
«Χόρευε και τα μάτια σου, καθάρια πάντα νάνε
Γιατί του αλόγου σου οι φωνές και τούτες μπορεί νάνε
Ο χάρος όταν ακουμπά , σε καποιανού τον πόνο
δεν λογαριάζει προς σε ποιόν θέλει να κάνει φόνο»
«Χόρευε κοίταζε ψηλά το άλογο μην ξεχάσεις
γιατί με δάκρυ από τουνε ποτέ δεν θα ξεχάσεις .
Και αν τύχει σπάσεις και γυαλί με μολυβιάς σημάδι
Να ξέρεις ο πατέρας σου στό ΄μαθε το ρημάδι»
Και τότε γονατίσανε και οι δυο μαζί στο χώμα
και ο φίλος λίγο παρεκεί κόκκινο έφτιαχνε χρώμα.
Κοιτιόντουσαν δεν πίστευαν της μοίρας το παιχνίδι
πως το άλογο πλέον νεκρό είχε γινεί σαν φίδι .
Φίδι που εμελέταγε ποιόν από τους δυό θα πάρει
εκείνον που είχε το βιολί ή το νιό παλληκάρι.
«Χάρε σαν δείς γονατιστό , να κλαίει το παιδί του
μην λογιστείς με τίποτα να πάρεις την ζωή του.
Και καβαλάρη αν θα δείς συγχωρέσει να δίνει
σε κείνου που απ την τριχιά του αλόγου δάκρυ πίνει»


Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο