Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
72272 Τραγούδια, 223464 Ποιήματα, 27190 Μεταφράσεις, 26567 Αφιερώσεις
 

 Η παντέρμη - 1971       
 
Στίχοι:  
Federico Garcia Lorca
Μουσική:  
Μίκης Θεοδωράκης


Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυτή
την ώρα που στα σκοτεινά
βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά.

Μαύρη μαυρίλα ειν’ η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ’ αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια.

Παντέρμη, τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

Κι αν είναι κάτι που ζητώ
πε μου, σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω εκείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε.

Παντέρμη, πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

Ποιος ο καημός μου;
Μαύρη πίσσα εγίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί.

Παντέρμη, λούσε το κορμί σου
λουσ’ το χελιδονόνερο
κι άσε κυρά μου την ψυχή σου
ασ’ τη να βρει αναπαμό.

Άχου, τσιγγάνικες ψυχές
κι ολόκρυφες νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: 100%  (2 ψήφοι)
      Αναγνώσεις: 7234
      Σχόλια: 1
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Δισκογραφία 
 
[1] Mikis Theodorakis - ...
1971
[1] Θεοδωράκης διευθύνει...
1971
[2] Romancero Gitano (Τσ...
1978
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   Φάσμα, Γιώργης @ 17-12-2007
   Avellinou
22-08-2014 16:55
The original poem:

ROMANCE DE LA PENA NEGRA

Las piquetas de los gallos
cavan buscando la aurora,
cuando por el monte oscuro
baja Soledad Montoya.
Cobre amarillo, su carne
huele a caballo y a sombra.
Yunques ahumados sus pechos,
gimen canciones redondas.
-
Soledad, ¿Por quien preguntas
sin compañía y a estas horas?
-
Pregunte por quien pregunte,
dime: ¿a ti quése te importa?
Vengo a buscar lo que busco,
mi alegría y mi persona.
-
Soledad de mis pesares,
caballo que se desboca
al fin encuentra la mar
y se lo tragan las olas.
-
No me recuerdes el mar
que la pena negra brota
en las tierras de la aceituna
bajo el rumor de las hojas.
-
¡Soledad, qué pena tienes!
¡Qué pena tan lastimosa!
Lloras zumo de limón
agrio de espera y de boca.
-
¡Qué pena tan grande! Corro
mi casa como una loca,
mis dos trenzas por el suelo,
de la cocina a la alcoba.
¡Qué pena! Me estoy poniendo
de azabache carne y roja.
¡Ay, mis camisas de hilo!
¡Ay, mis muslos de amapola!
-
Soledad, lava tu cuerpo
con agua de alondras,
y deja tu corazón
en paz, Soledad Montoya.
Por abajo canta el río:
volante de cielo y hojas.
Con flores de calabaza
la nueva luz se corona.
¡Oh! pena de los gitanos!
Pena limpia y siempre sola


Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο